Αφιέρωμα στις 12 μεγάλες εφοπλιστικές οικογένειες της Κεφαλονιάς

Το α/π «Σπυρίδων Βαλλιάνος» των αδελφών Βαλλιάνου.

Οι Κεφαλονίτες κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα ανέπτυξαν σημαντική εμποροναυτιλιακή δραστηριότητα. Οι κεφαλληνιακές οικογένειες που ασχολήθηκαν με το θαλάσσιο εμπόριο και τον εφοπλισμό υπερβαίνουν, με βάση τη νεώτερη έρευνα, τις 250.

Εδώ επιλέξαμε να παρουσιάσουμε, ενδεικτικά, τις πλέον σημαντικές εξ αυτών, και συγκεκριμένα τις οικογένειες:

1. Οικογένεια Αθανασούλη: 

Ο Νικόλαος Μ. Αθανασούλης (1840-1920) καταγόταν από την Πύλαρο της Κεφαλονιάς. Μετανάστευσε στη Ρουμανία, εγκαταστάθηκε στην πόλη Ρένη (Reni), η οποία βρίσκεται στη συμβολή των ποταμών Προύθου και Δούναβη, και ασχολήθηκε με το εμπόριο των δημητριακών και τις ποτάμιες μεταφορές. Κοντά του, σύντομα, ήλθαν ο αδελφός του Παναγής και οι γιοί του τελευταίου, Αθανάσιος και Γαβριήλ. Τα μέλη της οικογένειας αγόρασαν μεγάλο αριθμό φορτηγίδων (σλεπίων) για τις ποτάμιες μεταφορές.

Το 1898 ο Νικόλαος Αθανασούλης επέστρεψε στον Πειραιά με το επιβατηγό α/π «Πύλαρος», που για χρόνια εξυπηρετούσε την γραμμή Πειραιάς-Κεφαλονιά. Από τους πρωτοπόρους στις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες, εμπλούτισε την ποιότητα των υπηρεσιών του, προσφέροντας φαγητό στην διάρκεια του ταξιδιού, γεγονός από το οποίο προήλθε και το γνωστό τότε σύνθημα, «άλλος με την ‘Πύλαρο’ και μία μακαρονάδα».

Τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου αγόρασε δύο φορτηγά ατμόπλοια, τα οποία εκμεταλλεύτηκε επικερδώς με τους υψηλούς ναύλους, που κυριαρχούσαν κατά την διάρκεια του πολέμου. Οι επιχειρήσεις της οικογένειας Αθανασούλη επεκτάθηκαν και σε κτηματομεσιτικές και άλλες δραστηριότητες, προσφέροντάς της υψηλή θέση στους αθηναϊκούς κοινωνικούς κύκλους. Η οικογένεια έγινε, εξάλλου, γνωστή για τις γενναίες δωρεές της για διάφορους σκοπούς.

2. Οικογένεια Αμπατιέλου:

Η οικογένεια Αμπατιέλου προέρχεται από τις Κεραμειές της Κεφαλονιάς (Λειβαθώς). Τα μέλη της, που δραστηριοποιήθηκαν στις θαλάσσιες επιχειρήσεις, ήταν οι αδελφοί Παναγής (1833-1922), Ευστάθιος (1842-1916), Ιωάννης (1853-1905) και Νικόλαος (1855-1904). Τα τρία αδέρφια, εκτός του μεγαλύτερου, ήταν πλοίαρχοι και καραβοκύρηδες, πρώτα σε ιστιοφόρα και στη συνέχεια στα ατμόπλοια των Βαλλιάνων, ως το 1900, οπότε αγόρασαν το α/π «Τζίντα Αμπατιέλου».

Στις οικογενειακές ναυτιλιακές επιχειρήσεις εργάστηκαν και οι γιοί τους, που τις συνέχισαν και τις επέκτειναν. Οι γιοί του Παναγή, πλοίαρχος Ανδρέας (1879-1931), α΄ μηχανικός Γεράσιμος (1884-1958), Αντώνιος (γεν. 1897) και Διονύσιος, εργάστηκαν στα πλοία της οικογενειακής επιχείρησης. Οι γιοί του Ευσταθίου, Ευάγγελος (1879-1955), Νικόλαος (1883-1956) και Γεράσιμος (1889-1962), έδωσαν μεγάλη ώθηση στις εφοπλιστικές επιχειρήσεις της οικογένειας, ενώ ο τελευταίος γιος, Σπυρίδων (1900-1995), έγινε δικηγόρος.

Ο Ευάγγελος Αμπατιέλος προσελήφθη το 1897 στο ναυτιλιακό γραφείο του Λονδίνου «P. Wigham Richardson & Co», μέσω του οποίου ασχολήθηκε με την πρακτόρευση και διαχείριση ελληνικών πλοίων. Το 1908 ίδρυσε το δικό του γραφείο και αγόρασε δύο ατμόπλοια, με συνιδιοκτησία. Από το 1900 μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, οι Αμπατιέλοι είχαν αγοράσει δέκα ατμόπλοια, κάποια από τα οποία μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν με τεράστια κέρδη, στην διάρκεια του πολέμου.

3. Οικογένεια Βαλλιάνου:

Η οικογένεια Βαλλιάνου εμφανίζεται με αξιόλογη δράση στη ναυτιλία από τα μέσα του 18ου αιώνα, όπου μεταξύ του 1753 και 1777 σύμφωνα με τα αρχεία οι πλοίαρχοι Ανδρέας, Αλέξανδρος, Γεράσιμος, Ρόκος και Θεόδωρος ακολουθούν τις ρότες μεταξύ ανατολικής και δυτικής Μεσογείου με τα ιστιοφόρα τους, ενώ ο Αντώνης Βαλλιάνος δρα ως κουρσάρος των Άγγλων κατά τη διάρκεια του Επταετούς αγγλογαλλικού πολέμου, 1756-1763.

Οι Βαλλιάνοι αναδείχθηκαν στην ισχυρότερη ελληνική εμπορική και ναυτιλιακή οικογένεια στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα: πιο συγκεκριμένα οι αδελφοί Βαλλιάνου του Αθανάσιου από τις Κεραμειές Λειβαθούς. Πρώτος έφυγε από την Κεφαλονιά ο Μαρίνος (Μαρής) Βαλλιάνος (1808-1896) στις αρχές της δεκαετίας του 1820. Μπαρκάρισε και εργάστηκε σε κεφαλονίτικο ιστιοφόρο, οπότε και μετά από μερικά ταξίδια στη Μεσόγειο αποφάσισε να ξεμπαρκάρει και να εγκατασταθεί στο Ταϊγάνιο (Ταγκαρόκ) της Αζοφικής.

Προσελήφθη ως ναύπκληρος σε πλοιάρια της Αζοφικής που ανήκαν στον κεφαλονίτη σιτέμπορο Αυγερινό ο οποίος τον διόρισε πλοίαρχο σε ένα μεγαλύτερο ιστιοφόρο του. Σύντομα ο Μαρής, όχι μόνο κατάφερε να αγοράσει δικά του ιστιοφόρα αλλά και να δημιουργήσει σιτεμπορικό οίκο διαχειριζόμενος ο ίδιος και τα φορτία και τα πλοία που εκτελούσαν αρχικά τις μεταφορές μεταξύ Αζοφικής και Κωνσταντινούπολης.

Οι επιχειρήσεις του Μαρή Βαλλιάνου, στις οποίες προσελάμβανε αποκλειστικά Κεφαλονίτες απλώθηκαν σταδιακά με υποκαταστήματα, πρακτορεία, αποθήκες, φορτηγίδες και ιστιοφόρα σε όλα τα λιμάνια όχι μόνο της Νότιας Ρωσίας αλλά και της Δυτικής Ευρώπης. Και ο Παναγής Βαλλιάνος (1814-1902) ως ναυτόπαις πάνω στο ιστιοφόρο του πλοίαρχου Γεράσιμου Δ. Βεργωτή έφυγε από την Κεφαλονιά και στα τέλη της δεκαετίας του 1830 ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1840 και ο μικρότερος ο Ανδρέας (1827-1889) ένωσαν τις δυνάμεις τους στην οικογενειακή επιχείρηση.

Στοιχεία από αγορές πλοίων των Ιονίων και τη νηολόγησή τους στην Κωνσταντινούπολη ή από τις άδειες που έδινε σε πλοία το βρετανικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, δείχνουν ότι οι αδελφοί Βαλλιάνου είχαν στην κατοχή τους σημαντικό αριθμό ιστιοφόρων, πριν από τη δεκαετία του 1860. Ανάμεσα στο 1822 και το 1830, οι Βαλλιάνοι αγόρασαν 18 ιστιοφόρα, 9 μεταξύ 1844 και 1850 και 20 ακόμα μεταξύ 1851 και 1860. Ήταν, εξάλλου, ανάμεσα στους τρεις πιο σημαντικούς εξαγωγείς δημητριακών και λιναρόσπορου στο Ταγκαρόκ, κατά τη δεκαετία του 1850.

Στη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, οι Βαλλιάνοι έκαναν παράνομες εξαγωγές δημητριακών από την Αζοφική στην Κωνσταντινούπολη, πραγματοποιώντας εξαιρετικά κέρδη, αδιαφορώντας για τους περιορισμούς που επέβαλαν οι εμπόλεμοι. Ο Παναγής με κοινή απόφαση με τον αδελφό του Μαρίνο είχε εγκατασταθεί στη Ζάκυνθο όπου εκείνη την εποχή ήταν λιμάνι προσέγγισης ιστιοφόρων για να λάβουν διαταγές για τον οριστικό προορισμό του φορτίου, και λειτουργούσε ως ενδιάμεσος σταθμός των φορτίων του Οίκου Βαλλιάνου.

Το 1858, ο Παναγής Βαλλιάνος έφτασε στο Λονδίνο για να ανοίξει υποκατάστημα, που θα αντιπροσώπευε όχι μόνο τα δικά του συμφέροντα, αλλά και εκείνα των Θεοφίλατου και Μήλα, εμπόρων δημητριακών στον Δούναβη. Απέκτησε πρόσβαση στο Baltic Exchange σχετικά εύκολα, ίσως με τη βοήθεια του Ράλλη ή των άλλων ελλήνων εμπόρων στην Αγγλία που έλεγχαν το εμπόριο δημητριακών από τη Μαύρη Θάλασσα.

Εν τω μεταξύ ο μικρότερος αδελφός Αντρέας ανέλαβε το υποκατάστημα του οίκου στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1867 και το 1869 μετέβη και εγκαταστάθηκε μέχρι του θανάτου του στη Μασσαλία ανοίγοντας υποκατάστημα της εταιρείας στο μεγαλύτερο λιμάνι της δυτικής Μεσογείου.

Στη δεκαετία του 1860, ο Παναγής έκανε ένα βήμα παραπέρα από τους συγχρόνους του, ιδρύοντας το πρώτο εφοπλιστικό γραφείο του Λονδίνου που εργαζόταν αποκλειστικά με την ελληνική ναυτιλία. Το γραφείο αυτό, που λειτούργησε ως πρότυπο για άλλα γραφεία του 20ού αιώνα στο Λονδίνο, ήταν για σαράντα χρόνια ο κύριος σύνδεσμος ανάμεσα στην ελληνική ναυτιλία και τη θαλάσσια αγορά του Λονδίνου.

Έτσι, οι αδελφοί Βαλλιάνου έγιναν πλούσιοι και διάσημοι, δουλεύοντας σαν ναυτιλιακοί πράκτορες για τους συμπατριώτες τους. Είναι όμως επίσης σημαντικό ότι, σε όλη τη διάρκεια της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, οι Βαλλιάνοι κατείχαν και εκμεταλλεύονταν τον μεγαλύτερο ελληνόκτητο στόλο. Από το 1870 μέχρι το 1905, οι Βαλλιάνοι είχαν συνεχώς την ιδιοκτησία 13-21 πλοίων, που αντιστοιχούσαν σε περισσότερο από το 10% του ελληνικού στόλου κάθε χρόνο.

Ο εμπορικός και εφοπλιστικός Οίκος Βαλλιάνου λειτουργούσε και ως μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές Τράπεζες στο Σίτυ του Λονδίνου διατηρώντας και λογαριασμό στην Τράπεζα της Αγγλίας. Το γραφείο των Βαλλιάνων, που εξυπηρετούσε τις εκατοντάδες εμπορικές και ναυτιλιακές επιχειρήσεις των Ελλήνων στο Λονδίνο λειτουργώντας και ως ναυτιλιακή τράπεζα, γεγονός που αποδείχτηκε θεμελιώδους σημασίας για πολλούς πλοιάρχους και καραβοκύρηδες, σχετικά με τη μετάβαση από το ιστίο στον ατμό. Έδινε δάνεια με επιτόκιο 7-8% για αγορά ατμόπλοιων, στην περίπτωση που ο δανειζόμενος εξασφάλιζε το ήμισυ του απαιτούμενου ποσού σε ρευστό και υποθήκευε το πλοίο.

Καθώς τα δάνεια του γραφείου Βαλλιάνου ήταν υψηλότερα κατά 1% από τα επίσημα επιτόκια της Τράπεζας της Αγγλίας, είχε υπολογιστεί ότι το κέρδος του από το καθένα ανερχόταν σε 14% του ποσού του δανείου. Αυτό το είδος δανείου –με υποθήκη– ήταν παράνομο, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία πριν το 1910, και έτσι δάνεια από ελληνικές ή ξένες τράπεζες για τέτοιες αγορές αποκλείονταν.

Έτσι, οι παντοδύναμοι αδελφοί Βαλλιάνου χρηματοδότησαν τουλάχιστον δεκατέσσερις έλληνες εφοπλιστές του 20ού αιώνα: Αμπατιέλο, Φωκά, Λυκιαρδόπουλο και Καμπίτση από την Κεφαλονιά, Γουλανδρή, Μωραΐτη, Πολέμη και Α. Εμπειρίκο από την Άνδρο, Μαργαρώνη, Νικολάκη και Μιχαλινό από τη Χίο, Βάτη από τη Σύρο και Ρούσσο από τη Λέρο.

Κατά τον θάνατο του Παναγή Βαλλιάνου η περιουσία του εκτιμήθηκε στα έξι εκατομμύρια λίρες Αγγλίας. Οι επιχειρήσεις του μεγάλου οίκου των Βαλλιάνου κατέρρευσαν με τον θάνατο των ιδρυτών. Ο Παναγής που δεν είχε απογόνους διόρισε κληρονόμον του τον ανηψιό του Βασίλειο ο οποιος δυστυχώς απέθανε δύο χρόνια μετά, ενώ οι επιζήσαντες γιοί του Μαρίνου και του Ανδρέα ασχολήθηκαν με τραπεζιτικές δραστηριότητες στη Γαλλία.

Οι γιοί του Σπυρίδωνα (1802-1892), του μεγαλύτερου αδελφού που παρέμεινε στα κτήματα στην Κεφαλονιά, Μιχαήλ (1857-1939) και Αθανάσιος (1865-1929) προσπάθησαν να συνεχίσουν χωρίς επιτυχία την εμπορική και ναυτιλιακή παράδοση της οικογένειας.

Οι πέντε θυγατέρες του άλλου αδελφού, του Χριστόφορου (1870-1939) που παρέμεινε στα κτήματα στην Κεφαλονιά και στον μεσοπόλεμο μετώκησε στην Αθήνα, είναι οι εναπομείνασες κατευθείαν απόγονοι των Βαλλιάνων.

4. Οικογένεια Βεργωτή:

Από τις παλιές ναυτικές οικογένειες της Κεφαλονιάς, η οικογένεια Βεργωτή από τα Κουρκουμελάτα Λειβαθούς, διέθετε την περίοδο 1820-1880 τρία ιστιοφόρα μπρίκια. Το 1896 οι Βεργωτήδες αγόρασαν το πρώτο τους ατμόπλοιο και μέχρι το 1939 είχαν διαχειριστεί δεκαπέντε.

Τις παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, κατείχαν επτά ατμόπλοια. Δύο είναι οι κύριοι κλάδοι της οικογένειας, των πλοιάρχων Ρόκου και Γερασίμου Βεργωτή. Ο κλάδος του καπετάν Χαράλαμπου (Ρόκου) Βεργωτή (1840-1924) είναι εκείνος, που κατέστησε την οικογένεια μία από τις πιο σημαντικές ελληνικές εφοπλιστικές οικογένειες του 20ού αιώνα.

Ο Ρόκος Βεργωτής υπηρέτησε ως καπετάνιος στα ιστιοφόρα του Σεβαστόπουλου, ενός χιώτη μεγαλέμπορου και εφοπλιστή, με έδρα την Αζοφική. Το 1886 αγόρασε δικό του ιστιοφόρο και το 1896 απέκτησε το α/π «Αννίκα», σε συμπλοιοκτησία με τον πατρινό σιτέμπορο Παπαγεωργακόπουλο, και στη συνέχεια με τον αδελφό του Διονύσιο, τον πλοίαρχο Βασίλειο Ν. Μεταξά και τον Διονύσιο Κουρκουμέλη.

Οι πέντε γιοί του, Γεράσιμος, Παναγής, Γεώργιος, Ανδρέας και Στέφανος, ανέλαβαν την οικογενειακή επιχείρηση στις αρχές της δεκαετίας του 1900, ανοίγοντας ναυτιλιακό γραφείο το 1915 στο Κάρντιφ και το 1924 στο Λονδίνο. Στις παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, οι ναυτιλιακές εταιρείες της οικογένειας Βεργωτή διαχειρίζονταν επτά ατμόπλοια, ενώ στη μεταπολεμική περίοδο παρέλαβαν τρία από τα εκατό λίμπερτυ, που αγοράστηκαν με την εγγύηση του ελληνικού κράτους, τα «Δημοσθένης», «Θεμιστοκλής» και «Περικλής».

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, η οικογένεια Βεργωτή διαχειριζόταν περισσότερα από είκοσι πλοία, 250.000 τόνων περίπου, με γραφεία στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη.

5. Οικογένεια Γιαννουλάτου:

Η οικογένεια Γιαννουλάτου κατάγεται από την Άσσο, της Ερίσσου Κεφαλονιάς. Υπήρξαν καραβοκύρηδες ιστιοφόρων σκαφών από τα μέσα, ήδη, του 19ου αιώνα και αναδείχτηκαν σε μία από τις μεγαλύτερες εφοπλιστικές οικογένειες του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.

Οι αδελφοί Αντώνιος (1872-1932) και Αλέξανδρος (1875-1928) του Γεωργίου, άρχισαν τη σταδιοδρομία τους στην Κωνσταντινούπολη, ως υπάλληλοι στα καταστήματα των θείων τους, αδελφών Δεστούνη, οι οποίοι ήταν προμηθευτές της σουλτανικής αυλής.

Το 1902 προχώρησαν σε συνεταιρισμό και ίδρυσαν την «Ιόνιο Ατμοπλοΐα Δεστούνη-Γιαννουλάτου», που διαχειριζόταν μεγάλο αριθμό πλοίων σε μεσογειακές γραμμές και, μετά το 1910, μετονομάστηκε σε «Ιονική Ατμοπλοΐα».

Το 1909 ο Αντώνιος Γιαννουλάτος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα με τη σύζυγό του, το γένος Χαροκόπου. Συμμετείχε στην ίδρυση της Τράπεζα Πειραιώς, των «Χαρτομύλων Αιγίου» και της «Γενικής Ασφαλιστικής Εταιρείας της Ελλάδος», ενώ συνέχισε τη συνεργασία με τον αδελφό του Αλέξανδρο στις ναυτιλιακές του δραστηριότητες.

Τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, οι αδελφοί Γιαννουλάτου συγκαταλέγονταν ανάμεσα στους δέκα κορυφαίους ελληνικούς εφοπλιστικούς ομίλους, με εντυπωσιακό στόλο δεκαέξι ατμοπλοίων.

Οι γιοί του Αντωνίου, Γεώργιος (1900-1974) και Παναγής (1905-1961), συνέχισαν και επέκτειναν τις χερσαίες και θαλάσσιες επενδύσεις της οικογένειας. Ο Γεώργιος έγινε διευθυντής των «Χαρτομύλων Αιγίου» και ο Παναγής αναμόρφωσε και ενοποίησε έναν μεγάλο αριθμό ακτοπλοϊκών εταιρειών.

Το 1929 η «Ακτοπλοϊκή Εταιρεία Γιαννουλάτου» συγχωνεύθηκε με εκείνες των Ρήγα, Μανουηλίδη, Πανταλέοντος, Τόγια, Δομεστίνη και Βλασσόπουλου-Κωττάκη, σχηματίζοντας την εταιρεία «Ακτοπλοΐα της Ελλάδος» (ΑΚΤΕΛ). Το 1939, προκειμένου να βελτιώσουν τις επιδόσεις της εταιρείας στις διεθνείς γραμμές, οι μέτοχοι ίδρυσαν την εταιρεία «Ελληνικές Μεσογειακές Γραμμές» (ΕΛΜΕΣ), η οποία, στις παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, διαχειριζόταν περισσότερα από τριάντα πλοία.

Τις επόμενες δεκαετίες η ΕΛΜΕΣ εκτελούσε δρομολόγια σε μεσογειακές γραμμές και στην δεκαετία του 1950 επεκτάθηκε στην γραμμή Αυστραλίας-Ελλάδας-Ιταλίας. Την δεκαετία του 1970 εισήγαγε τα ferry στην γραμμή Ελλάδας-Ιταλίας και εγκαινίασε κρουαζιέρες στις ελληνικές θάλασσες.

Τις ναυτιλιακές δραστηριότητες της οικογένειας συνέχισε ο γιός του Γεωργίου, Αντώνιος Γ. Γιαννουλάτος (γεν. 1928). Προερχόμενος από άλλον κλάδο της οικογένειας των Γιαννουλάτων, ο Εμμανουήλ Γιαννουλάτος του Παναγή (1882-1955) γεννήθηκε στη Σάμο, όπου είχε καταφύγει ο πατέρας του, εξαιτίας της αντιβρετανικής δράσης του την περίοδο της βρετανικής προστασίας των Επτανήσων. Μετανάστευσε στην Κίνα και εγκαταστάθηκε στη Σαγκάη, όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο καπνού. Από την δεκαετία του 1930 επέκτεινε τις επιχειρήσεις του και στη ναυτιλία. Μετά το 1937 διέθετε μεγάλο στόλο, με περισσότερα από οκτώ φορτηγά ατμόπλοια, και άνοιξε ναυτιλιακά γραφεία στον Πειραιά και το Λονδίνο.

Κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου εγκαταστάθηκε στην Αυστραλία, από όπου διηύθυνε τα πλοία του. Οι επιτυχείς του δραστηριότητες στην Άπω Ανατολή συνέβαλαν στον διορισμό του ως αναπληρωτή γενικού προξένου της Ελλάδας, τίτλος που διατήρησε από το 1932 μέχρι την κομμουνιστική επανάσταση στην Κίνα το 1947, οπότε και αναγκάστηκε να φύγει, μετά την δήμευση της περιουσίας του από το καθεστώς.

Την δεκαετία του 1950 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

6. Οικογένεια Λούζη:

Ο Άγγελος Λούζης (1888-1956) γεννήθηκε στο Αργοστόλι και άρχισε τη σταδιοδρομία του από το αγγλικό γραφείο «P. Wigham Richardson & Co» στο Λονδίνο, το 1906. Εξελίχτηκε σε υψηλόβαθμο διοικητικό υπάλληλο της εταιρείας και σε υπεύθυνο συναλλαγών με όλους τους έλληνες πελάτες του γραφείου.

Την περίοδο της οικονομικής κρίσης του 1929 ήλθε σε σύγκρουση με το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, που ζήτησε την άμεση εκποίηση των πλοίων των ελλήνων πελατών για να εξασφαλιστούν τα προς αυτούς παρεσχεθέντα δάνεια, και παραιτήθηκε. Το 1931 ίδρυσε το ναυτιλιακό γραφείο «A. Luzi Ltd», το οποίο αγόρασε, σε συμπλοιοκτησία με άλλους Κεφαλονίτες, τέσσερα ατμόπλοια, ενώ πρακτόρευε μεγάλο αριθμό άλλων.

Το 1935 ο Λούζης συμμετείχε στην ίδρυση της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών (Greek Co-operation Committee) στο Λονδίνο, οργανισμού για την καλύτερη και ομαδική αντιμετώπιση των εκεί ελληνικών συμφερόντων, του οποίου διετέλεσε πρόεδρος και αντιπρόεδρος. Η εταιρεία αγόρασε το λίμπερτυ «Ναύαρχος Κουντουριώτης», ένα από τα γνωστά εκατό λίμπερτυ, και ο Λούζης συνέχισε μεταπολεμικά με τον γαμπρό του, από κόρη της αδελφής του, Ι. Κ. Καρρά.

Την δεκαετία του 1950, η εταιρεία Λούζη-Καρρά έκανε μεγάλες επενδύσεις σε πλοία και λειτούργησε με ρυθμούς έξω από τη νοοτροπία του Άγγελου Λούζη, ο οποίος σε στιγμή κρίσης, λίγο πριν τα εβδομήντα χρόνια του, τερμάτισε την ζωή του, πηδώντας από τον εξώστη του ξενοδοχείου όπου έμενε στο Λονδίνο.

Το 1965, η εταιρεία του Ι. Κ. Καρρά, που ξεκίνησε σε συνεργασία με τον Άγγελο Λούζη, διαχειριζόταν είκοσι οκτώ πλοία, 250.000 τόνων περίπου, και στη συνέχεια αναδείχτηκε σε μία από τις μεγαλύτερες της ελληνικής ναυτιλίας.

7. Οικογένεια Λυκιαρδόπουλου:

Η οικογένεια Λυκιαρδόπουλου από τις Κεραμειές της Λειβαθούς, δραστηριοποιήθηκε στην θάλασσα, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, ήδη από τον 16ο αιώνα. Τον 18ο αιώνα εμφανίζεται με τους Ανδρέα και Γιώργο Λυκιαρδόπουλο, το 1764, και τον Θεόδωρο Λυκιαρδόπουλο, το 1791, να εργάζονται στο θαλάσσιο εμπόριο της Μεσογείου ως πλοίαρχοι και πλοιοκτήτες.

Την ίδια εποχή, οι Φώτης και Ανδρέας Λυκιαρδόπουλος αναφέρονται ως καταδρομείς με ρωσική σημαία στα ιστιοφόρα τους, κατά τον δεύτερο ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1787-1792. Από τις αρχές του 19ου αιώνα και μέχρι την δεκαετία του 1880, οι Λυκιαρδόπουλοι διατήρησαν τα ιστιοφόρα τους, με βάση την Κεφαλονιά, την Οδησσό και τον Δούναβη.

Η νεώτερη έρευνα κατέδειξε, πως κατά την περίοδο της βρετανικής προστασίας, τουλάχιστον, δεκαπέντε μέλη της οικογένειας των Λυκιαρδόπουλων διετελέσαν πλοίαρχοι και πλοιοκτήτες ισάριθμων ποντοπόρων, ιστιοφόρων σκαφών.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τους κάτωθι Λυκιαρδόπουλους, που εντοπίστηκαν ως πλοιοκτήτες-πλοίαρχοι ιστιοφόρων σκαφών, κατά την διάρκεια της βρετανικής προστασίας: Αντώνιος, Γεράσιμο, Γεώργιο, Δημήτριο, Διονύσιο, Ζαχαρία, Ιωάννη, Κοσμέτο, Νικόλαο, Οδυσσέα, Παναγή, Σπυρίδωνα, Σταύρο και Φώτη.

Ορισμένα εκ των εμπορικών ιστιοφόρων των προαναφερθέντων Λυκιαρδόπουλων, που εντοπίστηκαν στα αρχεία, είναι τα εξής: Άγιος Γεώργιος (γολέτα), Άγιος Ανδρέας (μπρίκι), Υπεραγία Θεοτόκος Ευαγγελίστρια (σκούνα), Ευτυχία (μπρίκι), Μαριγώ (γαβάρα), Τύχη (μπρίκι), Λυκούργος (μπρίκι), Ελένη (μπρίκι), Άγιος Γεράσιμος (μπρίκι), Ρωσία (μπρίκι), Υπεραγία Θεοτόκος Σπαρτιών (μπρίκι), Κεφαλληνία (μπρίκι), Ωραία Κατερίνα (μπρίκι), Πηνελόπη (γολέτα), Αγία Τριάς (μπρίκι), Ελπίς και Δύο Αδελφοί (μπρίκι), Άγιος Νικόλαος (μπρίκι).

Η οικογένεια των Λυκιαρδόπουλων, έχοντας αποκτήσει μία μεγάλη εμποροναυτιλιακή εμπειρία κατά την περίοδο του 19ου αιώνα, πέτυχε να αναδειχτεί σε μία από τις μεγαλύτερες εφοπλιστικές οικογένειες του 20ού αιώνα, με αξιόλογη ναυτιλιακή δραστηριότητα μέχρι και σήμερα.

Στην οικογένεια διακρίνονται οι παρακάτω καραβοκύρηδες, έμποροι και εφοπλιστές:  Ο καπετάν Γρηγόρης Λυκιαρδόπουλος (1790-1880), που νυμφεύτηκε τη Μαρία Μακρίδη από την Χίο. Πρόκειται πιθανότατα για τον Γ. Λυκιαρδόπουλο, που εμφανίζεται στις αρχειακές πηγές, ως πλοιοκτήτης και έμπορος σιτηρών, αρχικώς στην Οδησσό και κατόπιν στο Νικολάγιεφ. Οι δύο γιοι του, Διονύσιος και Θεμιστοκλής, ασχολήθηκαν με το εμπόριο και τη ναυτιλία. Ο Διονύσιος (1843-1906) ασχολήθηκε με το εμπόριο δημητριακών και τη ναυτιλία στο Νοβοροσίσκ και νυμφεύτηκε την πλούσια αθηναία Αλεξάνδρα Βούρου. Ο Θεμιστοκλής Λυκιαρδόπουλος (1837-1907), που νυμφεύτηκε την Αργίνη Φωκά. Μετανάστευσε στη νότια Ρωσία, όπου συνάντησε και άλλα μέλη της οικογένειας Λυκιαρδόπουλου, που ασχολούνταν, ήδη, με το εμπόριο δημητριακών και τη ναυτιλία.

Ο γιός του Αντώνης (1872-1944), παντρεύτηκε τη Μαρία Νομικού και όλες οι κόρες του, εκτός από μία, νυμφεύτηκαν έλληνες εμπόρους και εφοπλιστές στη νότια Ρωσία. Ο Ηλίας Λυκιαρδόπουλος, που μετανάστευσε στην Τούλτσα της Ρουμανίας, στην περιοχή του Δούναβη, όπου ανέπτυξε επιτυχημένες εμπορικές και ναυτιλιακές δραστηριότητες.

Τις δραστηριότητές του συνέχισαν οι γιοι του, Σπυρίδων (1872-1946), Θεόδωρος και Βασίλειος (1884-1945), που σπούδασαν στην Ελβετία. Οι αδελφοί Λυκιαρδόπουλοι επένδυσαν σε μεγάλο αλευρόμυλο στην Βραΐλα, στον οποίο συμμετείχαν και οι μεγαλοεπιχειρηματίες αδελφοί Βαλεριάνου. Επένδυσαν, επίσης, σε μεγάλο αριθμό φορτηγίδων (σλεπιών), και το 1908 αγόρασαν το πρώτο τους ατμόπλοιο, το «Αδελφότης», το οποίο πούλησαν στις υψηλές τιμές του 1915.

Ο κλάδος του Νικολάου Διον. Λυκιαρδόπουλου (1866-1963) ανέδειξε τις οικογενειακές επιχειρήσεις σε έναν από τους αξιολογότερους και πιο στέρεους εφοπλιστικούς ομίλους του 20ού αιώνα. Ο Νικόλαος Λυκιαρδόπουλος ξεκίνησε ως ναυτόπαις σε ιστιοφόρα, σε ηλικία δεκατριών ετών, και υπηρέτησε στη συνέχεια σε πλοία του Βαλλιάνου, αρχικώς κάτω από τις διαταγές του θείου του πλοιάρχου Φώτη Λυκιαρδόπουλου.

Το 1891 νυμφεύτηκε την Αικατερίνη Π. Ρωσόλυμου, από μεγάλη εμπορική και ναυτική οικογένεια της Κεφαλονιάς. Το 1897, με την δανειοδότηση των Βαλλιάνων, αγόρασε το πρώτο του ατμόπλοιο, το «Ελένη Μήλα», το οποίο μπόρεσε να εκμεταλλευτεί με τους υψηλούς ναύλους του 1900. Μέχρι το 1914 και με την χρηματοδότηση του Αθανασίου Βαλλιάνου, θείου της γυναίκας του, είχε αποκτήσει τον εντυπωσιακό για την εποχή στόλο των έξι ατμοπλοίων, εκ των οποίων τα τρία ήταν νεότευκτα, γεγονός που τον κατέταξε ανάμεσα στους δέκα κορυφαίους έλληνες εφοπλιστές των παραμονών του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Το 1910 άνοιξε γραφείο στο Λονδίνο, το 1917 πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, της οποίας ήταν πρόεδρος από το 1950 ως το 1960 (τον αποκαλούσαν «Πατριάρχη» και «Νέστορα»).

Στην διάρκεια του Μεσοπολέμου συνέχισε τις δραστηριότητές του μαζί με τους γιους τους, Παναγή (1893-1983) και Γεράσιμο (1895-1982), με την αγορά πλοίων τύπου στάνταρτ και την επέκταση και διαφοροποίηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του στην Τράπεζα Πειραιώς και την «Γενική Ασφαλιστική Εταιρεία». Τις παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, οι Λυκιαρδόπουλοι διαχειρίζονταν οκτώ ατμόπλοια, 36.000 τόνων.

Ο γιος του Παναγή, Φώτης (γεν. 1933), συνεχίζει σήμερα τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις της οικογένειας. Ένα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα που είχε ο Νικόλαος Λυκιαρδόπουλος στην επέκταση και τη σωστή διαχείριση του στόλου του, ήταν η επάνδρωση και μερική συμπλοιοκτησία των ατμοπλοίων του από την πολυπληθή ναυτική οικογένειά του. Οι παρακάτω πλοίαρχοι – ξαδέρφια, θείοι και ανηψιοί – εργάστηκαν και συμμετείχαν στα πλοία του: ο Σπυρίδων Ηλ. Λυκιαρδόπουλος (γεν. 1914), ο Νικόλαος Ηλ. Λυκιαρδόπουλος (1911-1953), ο Γεράσιμος Ζαχ. Λυκιαρδόπουλος (1886-1948), ο Γεώργιος Χαραλ. Λυκιαρδόπουλος, ο Δημήτριος Χαραλ. Λυκιαρδόπουλος (γεν. 1905), ο Διονύσιος Παν. Λυκιαρδόπουλος (α΄μηχανικός, γεν. 1917), ο Μαρκαντώνης Παν. Λυκιαρδόπουλος (1885-1926), ο Νικόλαος Διον. Λυκιαρδόπουλος (γεν. 1903) και ο Παύλος Γερ. Λυκιαρδόπουλος (1887-1964).

8. Οικογένεια Μεταξά:

Η οικογένεια Μεταξά έχει καταγωγή από την Λειβαθώ της Κεφαλονιάς (Μεταξάτα), και παρουσίασε σημαντική ναυτική δραστηριότητα, ήδη, από την εποχή της βενετοκρατίας στα Επτάνησα, κατά τον 18ο αιώνα. Σύμφωνα με αρχειακές μαρτυρίες, ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν καραβοκύρης το 1782 και ο Παν. Μεταξάς το 1761.

Ακολουθώντας τους δρόμους του θαλάσσιου εμπορίου, μέλη της οικογένειας των Μεταξά εγκαταστάθηκαν στο Ταϊγάνιο της Αζοφικής, όπου την περίοδο 1845-1865, ο Μ. Μεταξάς ήταν πλοιοκτήτης δύο μεγάλων ιστιοφόρων, άνω των 300 τόνων, νηολογημένων στη ρωσική πολιτεία.

Το 1870 η οικογένεια Μεταξά ήταν ιδιοκτήτρια έξι μεγάλων ιστιοφόρων, με πλοιοκτήτες τους Λ., Μ., Ρόκο και Βασίλειο Μεταξά. Η πιο σημαντική φυσιογνωμία της ναυτιλιακής δραστηριότητας των Μεταξάδων κατά τον 19ο αιώνα υπήρξε ο καπετάνιος Βασίλειος Μεταξάς (1843-1948), ο οποίος ήταν πλοίαρχος και συμπλοιοκτήτης επί μία εικοσαετία στα μεγάλα φορτηγά ιστιοφόρα των χίων μεγαλεμπόρων αδελφών Σεβαστόπουλου, που ήταν εγκατεστημένοι στην Αζοφική.

Το 1884 οι Σεβαστόπουλοι τού ανέθεσαν την επίβλεψη ναυπήγησης ενός από τα ιστιοφόρα τους στα ναυπηγεία του Σάντερλαντ, και το 1886 τον διόρισαν διευθυντή του υποκαταστήματος εμπορίας σιτηρών στο Γενιτσέκ της Αζοφικής. Μετά την διάλυση της εταιρείας των Σεβαστόπουλων, το 1888, ο Βασίλειος Μεταξάς συνέχισε τις εμποροναυτιλιακές του δραστηριότητες από το Γενιτσέκ, για δικό του λογαριασμό, μέχρι το 1906.

Από το 1902 ανέθεσε την διεύθυνση του εμπορικού οίκου στον αδελφό της γυναίκας του Πέτρο Χ. Μιχαλιτσιάνο, καθώς το 1902, σε συμπλοιοκτησία με τον συγχωριανό και φίλο του Γεράσιμο Π. Καμήλο, αγόρασε το α/π «Αίνος», 2.800 τόνων, στο οποίο διετέλεσε πλοίαρχος στα πρώτα ταξείδια. Το 1907, σε συμπλοιοκτησία με τον Πέτρο Χ. Μιχαλιτσιάνο, αγόρασε το α/π «Λειβαθώ», 4.400 τόνων, το οποίο πούλησε στον συριανό έμπορο και εφοπλιστή Αθανάσιο Κρίνο, το 1912. Συμμετείχε, επίσης, σε συνιδιοκτησίες με τον Ν. Λυκιαρδόπουλο.

Τις ναυτιλιακές του δραστηριότητες συνέχισαν οι τρεις γιοι του, οι οποίοι μετά τις σπουδές τους στη Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης, έγιναν όλοι πλοίαρχοι: ο Νικόλαος (1886-1974), ο Γεράσιμος (1887-1925), ο Σπυρίδων 1893-1989) και ο Πλάτων (1901-1979). Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο αγόρασαν το α/π «Μαργαρίτα», 4.443 τόνων, ναυπήγησης 1901, το οποίο στιγμάτισε και τερμάτισε την εφοπλιστική πορεία της οικογένειας, με τη ναυτική τραγωδία του 1925. Καπετάνιος στο ατμόπλοιο αυτό, ο Γεράσιμος, χάθηκε μαζί με το πλοίο και όλο το πλήρωμα, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου καταγόταν από τα Μεταξάτα. Η Lloyd’s List έγραψε: «Το ελληνικό πλοίο ‘Μαργαρίτα’ έφυγε από το East London [στην ακτή του Ινδικού ωκεανού, στη Νότια Αφρική] στις 7 Οκτωβρίου 1925 για το Ντακάρ, μεταφέροντας καλαμπόκι και δέρματα.

Την επόμενη ημέρα ελήφθη κλήση στον ασύρματο ‘σε κίνδυνο, ακυβέρνητο, με γωνία κλίσης 20ο , σε έντονη καταιγίδα από τα δυτικά’. Καμμία άλλη επικοινωνία δεν υπήρξε με το πλοίο ή με τα τριάντα έξι άτομα πάνω σε αυτό». Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, ο Νικόλαος Β. Μεταξάς εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Λονδίνο και έκτοτε συμμετείχε σε συνιδιοκτησίες με το γραφείο των Βεργωτήδων. Διετέλεσε γενικός γραμματέας της «Greek Shipping Co-operation Committee» στο Λονδίνο και το 1940, κατά την διάρκεια του πολέμου επέστρεψε στην Ελλάδα.

Ο γιος του Βασίλειος Μεταξάς (1925-1996), σπούδασε στο Columbia University της Νέας Υόρκης και στο London School of Economics και εργάστηκε για χρόνια σε διάφορα ναυτιλιακά γραφεία του Λονδίνου. Αργότερα είχε μία επιτυχημένη πανεπιστημιακή σταδιοδρομία στο Λονδίνο και τον Πειραιά. Ο καθηγητής Βασίλειος Ν. Μεταξάς είναι ο ιδρυτής του Τμήματος Ναυτιλιακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, που ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1990. Ο Σπυρίδων Β. Μεταξάς αποφοίτησε από την Εμπορική Ακαδημία της Μασσαλίας και άνοιξε δικό του γραφείο στο Λονδίνο, ενώ ο μικρότερος, ο Πλάτων, εργάστηκε σε εμπορικά πλοία και το 1930 προσελήφθη στο ναυτιλιακό γραφείο «C. Michalos & Co».

Το 1933 συμμετείχε στην διεύθυνση της εταιρείας «Adelphi Vergottis Ltd», ενώ μεταπολεμικά άνοιξε το δικό του ναυτιλιακό γραφείο στο Λονδίνο. Άλλα μέλη της οικογένειας Μεταξά εργάστηκαν ως πλοίαρχοι και μηχανικοί στα ατμόπλοια των Βεργωτήδων, των Λυκιαρδόπουλων και των Γιαννουλάτων.

9. Οικογένεια Ποταμιάνου:

Η οικογένεια Ποταμιάνου κατάγεται από την Πύλαρο της Κεφαλονιάς. Κύρια μορφή υπήρξε ο Γεώργιος Αναστ. Ποταμιάνος (1868-1932), καπετάνιος σε μικρά ακτοπλοϊκά ιστιοφόρα, με τα οποία μετέφερε φορτία από την Ήπειρο στη Μάλτα για τον βρετανικό στόλο. Εγκαταστάθηκε στην Πρέβεζα, στις αρχές του 20ού αιώνα, μετέφερε, όμως, το γραφείο του στον Πειραιά το 1912, οπότε και ονόμασε την εταιρεία του «Ηπειρωτική».

Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου αγόρασε σταδιακά τα επιβατηγά ατμόπλοια «Τάσος», «Ελβίρα», «Πέτρος», «Πόπη», «Φωκίων» και «Κίμων», τα ονόματα της συζήγου του και των παιδιών του. Οι γιοι του, Αναστάσιος (1901-1975), Πέτρος, Κίμων και Φωκίων, συνέχισαν τις ναυτιλιακές δραστηριότητες, ιδρύοντας την «Ηπειρωτική Ατμοπλοϊκή Εταιρεία», η οποία ανέπτυξε και μεταπολεμικά έναν σημαντικό επιβατηγό στόλο, ενώ το 1956, πρωτοπόρησε στον χώρο των κρουαζιερόπλοιων με το «Σεμίραμις».

Οι γιοι του Αναστασίου, Γεώργιος και Ανδρέας (γεν. 1932), συνέχισαν την δραστηριότητα της οικογενειακής επιχείρησης στον επιβατηγό στόλο και τα κρουαζιερόπλοια, καθιστώντας την «Ηπειρωτική» μία από τις κορυφαίες εταιρείες στον διεθνή χώρο σε αυτόν τον τομέα.

10. Οικογένεια Σβορώνου:

Η οικογένεια των Σβορώνων, με τόπο καταγωγής τα Σβορωνάτα, είναι μία από τις πιο παλιές οικογένειες της Κεφαλονιάς, με ρίζες στον 13ο αιώνα. Οι αρχειακές πηγές από τα λιμάνια της Βενετίας, της Μάλτας, του Λιβόρνου και της Μασσαλίας αποκαλύπτουν μία εξαιρετικά έντονη δραστηριότητα των Σβορώνων στην θάλασσα, από τα μέσα του 18ου και σε όλη την διάρκεια του 19ου αιώνα.

Τις δεκαετίες του 1760 και 1770, ο Νικόλαος Σβορώνος εμπορευόταν με το ιστιοφόρο του στη Μάλτα και το Λιβόρνο, και από την δεκαετία του 1770 μέχρι και εκείνη του 1810, ο Γεώργιος Σβορώνος εκτελούσε μεταφορές στα λιμάνια της Αδριατικής. Την δεκαετία του 1820 οι Διονύσιος, Γεράσιμος, Σωτήριος, Ελευθέριος, Παναγιώτης, Ιωάννης, Αντώνης, Ζήσιμος και Κωνσταντίνος Σβορώνος όργωναν τις θάλασσες της Αδριατικής και της δυτικής Μεσογείου, με τα ιστιοφόρα σκάφη τους: Θεμιστοκλής, Υπεραγία Θεοτόκος Καθαρών, Άγιος Νικόλαος και Μaitland, Άγιος Σπυρίδων, Άγιος Ανδρέας, Buoni Fratelli, Άγιος Ιωάννης, Υπεραγία Θεοτόκος Ευαγγελίστρια. Στα μέσα του 19ου αιώνα μέλη της οικογένειας εγκαταστάθηκαν στην Αζοφική, συνεχίζοντας τις ναυτιλιακές της δραστηριότητες.

Την περίοδο 1870-1880 οι Σβορώνοι ήταν ιδιοκτήτες τουλάχιστον δέκα ιστιοφόρων και από το 1900 μέχρι και την δεκαετία του 1930 διαχειρίστηκαν έικοσι πέντε ατμόπλοια. Δύο κλάδοι της οικογένειας διακρίθηκαν από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τα μέσα του 20ού: Ο Κωνσταντίνος Σβορώνος (1838-1912) εγκαταστάθηκε στο Ταϊγάνιο της Αζοφικής, ίδρυσε ναυτιλιακό πρακτορείο και ασχολήθηκε με την εργολαβία φορτοεκφόρτωσης πλοίων στην Αζοφική, με υποκατάστημα στο Κερτς.

Σε συνεργασία με τους πέντε γιους του, Ανδρέα (1860-1948), Φώτιο (1862-1966), Θεόδωρο (Φέγκια, 1867-1954), Γεράσιμο (1875-1933) και Αρσένη (1881-1954), καθώς και με τον αδελφό του Σωκράτη (1841-1933) και τους γιους αυτού, Δημήτριο (Μήτια, 1886-1979) και Ορέστη (1887-1967), ανέδειξαν την «C. Svoronos & Sons» με τα ρυμουλκά της απαραίτητη σε όλα τα φορτηγά πλοία κάθε εθνικότητας, τα οποία εμπορεύονταν στην Αζοφική.

Οι υιοί Κ. Σβορώνου αγόρασαν και ανθρακωρυχεία στην ενδοχώρα της Μαριούπολης (Καρμπόφσκι) και επένδυσαν σε ναυαγοσωστικά και φορτηγά πλοία ανοικτής θαλάσσης. Τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου διαχειρίζονταν μεγάλο στόλο εννέα φορτηγών ατμοπλοίων, από τα οποία μπόρεσαν να κρατήσουν τρία, που έπλεαν πέρα από τα ρωσικά ύδατα στην διάρκεια της ρωσικής επανάστασης. Την περίοδο του Την περίοδο του Μεσοπολέμου, κατέφυγαν στην Ελλάδα, όπου συνέχισαν και επέκτειναν τις ναυτιλιακές τους δραστηριότητες, με βάση το Νέο Φάληρο στην Αθήνα.

Οι ναυτιλιακές δραστηριότητες της οικογένειας σταμάτατησαν, λόγω έλλειψης αρρένων διαδόχων. Το άλλο μέλος της οικογένειας Σβορώνου, που διακρίθηκε στη ναυτιλία, ήταν ο Φωκίων Ιω. Σβορώνος (1840-1900), ο οποίος ήταν έμπορος και πλοιοκτήτης στο Ταϊγάνιο. Το 1879 επέστρεψε στην Κεφαλονιά και άνοιξε ναυτιλιακό γραφείο, από όπου εκμεταλλευόταν τα μεγάλα ιστιοφόρα «Ζέφυρος», «Άννα» και «Τρίτων», που μετέφεραν σιτοφορτία από τη Μαύρη Θάλασσα στα Ιόνια νησιά.

11. Οικογένεια Τσιτσέλη:

Οι αδελφοί Τσιτσέλη εμφανίζονται ως πλοιοκτήτες ιστιοφόρου που εμπορευόταν στην Βενετία, το 1774. Τη ναυτιλιακή δραστηριότητα της οικογένειας συνέχισε ο Παναγής Γερ. Τσιτσέλης (1835-1918) από το Ληξούρι, που εργάστηκε αρχικά στο γραφείο του μοναδικού άγγλου σταφιδέμπορου στο Αργοστόλι, Saunders. Αργότερα πήγε στη Μασσαλία, όπου εξελίχτηκε σε σημαντικό έμπορο και πλοιοκτήτη. Ήταν από τους πρώτους έλληνες πλοιοκτήτες φορτηγών ατμοπλοίων.

Το 1876 αγόρασε το α/π «Ληξούρι», 1.700 τόνων, και γύρω στο 1890 το «Παλλική», το οποίο έθεσε υπό την πλοιαρχία του γαμπρού του από την αδελφή του, Ανδρά Φωκά. Το 1892 παρέλαβε το νεότευκτο ατμόπλοιο «Τρικούπης», το οποίο πούλησε το 1912 στον πλοίαρχο Ελευθέριο Βλασσόπουλο. Ο γιος του Γεράσιμος (1882-1958), ασχολήθηκε με την φιλολογία, συμμετείχε, όμως, και σε συνδιοκτησίες στα πλοία των αδελφών της συζύγου του (αδελφοί Σαλιάρη).

Η κόρη του, Καίη Τσιτσέλη (1926-2001), αναδείχτηκε σε αξιόλογη συγγραφέα διεθνούς φήμης.

12. Οικογένεια Φωκά:

Οι Φωκάδες είναι μία πολύ παλιά και μεγάλη οικογένεια της Κεφαλονιάς, εγκατεστημένη στα Φωκάτα της Λειβαθούς. Τα μέλη της διασκορπίστηκαν στα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας και επένδυσαν εκτεταμένα στη ναυτιλία, στην διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα.

Οι καραβοκύρηδες Ιωάννης, Νικολός και Π. Φωκάς, όπως αποκαλύπτουν οι πηγές, ασχολούνταν με το θαλάσσιο εμπόριο στα ιταλικά λιμάνια, τις δεκαετίες του 1780 και του 1790. Το 1830, μέλη της οικογένειας κατείχαν τουλάχιστον δύο ιστιοφόρα, έξι το 1850, δέκα το 1870, και τριάντα το 1875, με βάση την Κεφαλονιά, τη Σύρο, την Κωνσταντινούπολη, την Αζοφική και τον Δούναβη.

Πολλά μέλη της οικογένειας έγιναν πλοίαρχοι ατμοπλοίων, από τα τέλη του 19ου αιώνα, και «μοναχοβαποράδες», δηλαδή κάτοχοι ενός πλοίου, μέχρι τις παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Για παράδειγμα, ο Άγγελος Ιωάννου Φωκάς (1860-1936) ήταν καπετάνιος και υπηρέτησε στα ατμόπλοια του Βαλλιάνου.

Το 1902 αγόρασε το α/π «Άθως Ρωμανός», 3.800 τόνων, του οποίου ήταν καπετάνιος και πλοιοκτήτης, μέχρι τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου.

(Πηγή: α) Τζελίνα Χαρλαύτη, Μάνος Xαριτάτος και Ελένη Μπενέκη, Πλωτώ. Έλληνες καραβοκύρηδες και εφοπλιστές από τα τέλη του 18ου αιώνα έως τις παραμονές του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, Ε.Λ.Ι.Α., Αθήνα, 2002/2003.

β) Νικόλαος Β. Μεταξάς, Οι Ναυτικοί Κεφαλληνίας και Ιθάκης. Βιογραφικά στοιχεία 600 ναυτίλων (1850-1970), Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας, Αθήνα 2002.

γ) Παναγιώτης Σ. Καπετανάκης, «Η ποντοπόρος εμπορική ναυτιλία των Επτανήσων την εποχή της Βρετανικής Κατοχής και Προστασίας και η κεφαλληνιακή υπεροχή (1809/15-1864). Στόλος και λιμάνια, εμπορεύματα και διαδρομές, ναυτότοποι και ναυτικοί, επιχειρηματικότητα και δίκτυα, κοινωνία και πλοιοκτητικές ελίτ», Διδακτορική Διατριβή, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα 2010.)

Το α/π «Σπυρίδων Βαλλιάνος» των αδελφών Βαλλιάνου.

marehist / Ναυτιλιακή Ιστορία

Στην ίδια κατηγορία