Δεν είναι ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος

Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΑΓΓΕΛΑΤΟΣ

τ. Δήμαρχος

(Για τους υπερβαίνοντες, τα τριάντα χρόνια εγγάμου βίου)

ΕΙΧΑΜΕ πολύ καιρό να συγκεντρωθούμε τόσο μεγάλη παρέα. Καθίσαμε σε ακραίο μέρος νυχτερινού κέντρου για να έχουμε την αυτοκυριαρχία μας.

Το πρόγραμμα ποικίλο. Ιστορίες, αστεία, ποιήματα και τραγούδια, δοξάστηκαν κατά κόρον. Το τι θυμηθήκαμε δεν περιγράφεται. Πιάσαμε τα προπολεμικά, της κατοχής και τα επόμενα μέχρι τα σημερινά.

Ολοι παίξαμε το ρόλο μας, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο. Εκείνος που φαινόταν λίγο μαγκωμένος, ήτανε ο Αντώνης. Μετά τα μεσάνυχτα, άρχισαν οι αποχωρήσεις της …πολυφωνικής! Τελευταίος έμεινα με τον Αντώνη. Τόλμησα και τον ρώτησα γιατί ήταν άχρωμος και συγκρατημένος.

-Τι με ρωτάς, ρε Μιχάλη, τι να σου πω, τα παραμύθια της ζωής μου;

-Δεν περιμένω παραμύθια. Αν μπορείς, πες μου κάτι αληθινό!

– Οτι και να σου πω, δεν θα το πιστέψεις. Πως είμαι δηλαδή καταδικασμένος. Φυλακισμένος νάμουνα, θα πέρναγα καλύτερα. Κάτι λίγα σου είχα πει παλιότερα. Με τα τωρινά, θα χάσεις τα μαλλιά σου. Εχεις απ’ την άλλη και τον Τσίπρα και κάθε τόσο μας τρελαίνει για τους σκληρούς αγώνες που δίνει με τους Ευρωπαίους, για τη σωτηρία μας.

Ηθελα να τον δω σε μάχες με την Ερμιόνη, την πεθερά μου, για να τον δω πως καθαρίζει. Αν θα μπορούσε ν’ αντέξει δυό χρόνια, δίνοντας τις γνωστές δεκαεξάωρες μάχες του, και πως εγώ αντέχω και είμαι ζωντανός, έπειτα από τριανταεφτά χρόνια. Η κατάσταση στο σπίτι, είναι απερίγραπτη, μου έχει, φίλε μου, ένα μίσος μόνιμο και το εκδηλώσει προκλητικά.

Και ρωτώ. Γιατί κυρά μου, τι κακό σούκαμα; Ναι, πήρα την κόρη σου. Καλή είναι, νοικοκυρά, νοστιμούλα, τρώγεται. Δεν είναι Λολοπριγκίτα, ούτε πριγκίπισσα των ανακτόρων του Μπάκιγχαμ! Και θέλεις να σου πω και το ωραίο; Δεύτερη κούδα να βάλει στον πισινό της, Μιχαλάκη μου, δεν είχε. Εγώ την έντυσα, εγώ την πόδεσα, εγώ τση ταϊζω.

Και αυτά που τραβάω, είναι η αναγνώριση για την προσφορά μου.

-Που βρίσκεται, Αντώνη, το μίσος και ο πόλεμος που σου κάνει;

-Δεν βρίσκει τίποτε απολύτως, απ’ ό,τι κάνω, σωστό. Πάω ψάρια π’ αγόρασα από ψαροκάϊκο και τι λες πως μου λέει; «Ωραίο ψώνιο μας έκαμες. Σε βρήκανε καβαλάρη». Αγοράζω κάτι πικράδες της ώρας από γνωστό μου μανάβη. «Θάναι τριάντα μερώνε. Δεν βλέπεις τα φύλλα τους;». Είναι η κρίση και προ ημερών που έκανε ένα καλούτσικο σεισμό, πρωινό, λέει στην κόρη της: «Μ’ αυτόν τον αχαΐρευτο, όχι μόνο σεισμούς, αλλά και κατακλυσμούς θα έχουμε». Βούλωσε η αποχέτευση και οργίαζε: «Με τέτοια χρήση που κάνει ο προκομμένος και πολύ που άντεξε». Ερχεται ο λογαριασμός του νερού κι αμέσως η γκρίνια: «Αφού κάθεται με τις ώρες στο μπάνιο και λίγο που χαλάσαμε». Λέω κάπου-κάπου στη γυναίκα μου: «Βρε Τασία δεν σου πέτυχε το φαγητό. Ηθελε ακόμη λίγο βράσιμο». «Ναι, ναι, έτσι σούφτιαχνε κι μάνα σου κι έγινες καλομαθημένος, πειναλέε».

Τι άλλο να σου πω βρε γέροντα για να χάσεις τα λογικά σου; Κάθε μέρα δεν περνάει χωρίς κρίση, χωρίς καταδίκη μου. Μόνιμος κατηγορούμενος. Να σου πω το τελευταίο, το χθεσινό. Πήρα ένα ωραίο ζευγάρι παπούτσια για την Τασία, φθινοπωρινό., Χάλασα 52 Ε! «Ωραία! Απ’ τα κινέζικα τα πήρες, με 5 Ε;», ήταν η διαπίστωσή της.

– Πιστεύω πως αυτό στο είπε γιατί δεν αγόρασες και γι’ αυτήν ένα ζευγάρι.

-Εντάξει, το θέμα είναι πως δεν βλέπω καλυτέρευση στη ζωή μου και δεν μπορώ να προβλέψω τι με περιμένει, τι τέλος θάχω!

-Αντώνη, πάψε να συγχύζεσαι. Κάνε υπομονή. Αν ήξερες πόσα εκατομμύρια έχουν προηγηθεί με την τύχη σου ή και χειρότερα και πόσα θα ακολουθήσουν μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας, θα κάνεις το σταυρό σου και θα δοξάζεις τον Κύριο. Γιατί; Γιατί δεν είσαι ο χειρότερος, κι άλλη φορά θα σου πω τα παραδείγματα. Ετσι;

 

Στην ίδια κατηγορία