Σπύρος Λυκούδης-Παπασσάβας

Ο Σπύρος Λυκούδης Παπασσάβας ήταν ένας γνήσιος Ληξουριώτης που ποτέ από τα χείλη του δεν έλειψε το καλοσυνάτο αστείο και το τραγούδι, ιδίως το κανταδόρικο. Όλοι τον ξέραμε και τον εκτιμούσαμε για την πραότητα του, αλλά και το ληξουριώτικο αστείο του και για πειρακτικό του σκώμμα.. Με μια κιθάρα στα χέρια τα είχε πάντα τον κανταδόρικο και τραγουδιστικό παλμό και παράσερνε την παρέα που ξεκινούσε ασταμάτητα να τραγουδά και να χαίρεται.

Γεννήθηκε στο Ληξούρι στα 1-4-1926 και ήταν πέμπτο παιδί από τα έξι του Βαγγέλη Λυκούδη του Σπυρίδωνα από τα Μαντουκάτα και της Αναστασίας Αλεξανδροπούλου από τα Μιχαλιτσάτα. Τον συνόδευε το προσωνύμιο Παπασσάβας, λόγω που στην πατρική του οικογένεια παλιά είχαν ένα ιερέα, ονομαζόμενο Σάββα Λυκούδη και λόγω αυτού επικράτησε σε όλη την οικογένεια το προσωνύμιο επιθετικοποιημένο «Παπασσάβας».

Ο πατέρας του ήταν ονομαστός βουτοποιός (μπουτιέρης) στο προσεισμικό Ληξούρι και είχε μαγαζί στο Ποτάμι, με συνεργάτη τον Γεράσιμο Καβούκη. Το επάγγελμα του βαρελοποιού ήταν εποχιακό, λόγω της σταφίδας, αλλά δούλευε ολοχρονικά για να ετοιμαστούν τα βαρέλια και ο Σπύρος έμαθε στο μαγαζί του πατέρα του να ασχολείται με την εργασία αυτή και όπως έλεγε ο ίδιος, έγινε ικανός βοηθός. Ο άλλος αδελφός ο Ανδρέας πήγε προσκεκλημένος από τον θείο τους, τον Φώτη Λυκούδη, να δουλέψει στο τυροκομείο του στη Ζάκυνθο, οποίος ήταν παντρεμένος σε αυτό το νησί. Αυτή η συγγένεια ήταν η αιτία που για μεγάλα χρονικά διαστήματα ο Σπύρος πήγαινε κι αυτός στη Ζάκυνθο, όπου και άφησε καλές μνήμες και στιγμές.

Από μικρός αναμείχτηκε με τους παλιούς τραγουδιστές, αριετταδόρους και κανταδόρους, του Ληξουρίου και τους ακολουθούσε στα βήματά τους, τα τραγουδιστικά, κάτω από τα παράθυρα των καντουνιών.

Ισως αυτός ήταν ο λόγος που εξεδήλωσε μια κλίση προς την ωραία τέχνη της μουσικής, και γράφτηκε στην Φιλαρμονική του «Ορφέα» Ληξουρίου με μαέστρο τον Μίμη Δρακόπουλο μαθαίνοντας τρομπόνι. Παράλληλα με τις συμμετοχές του στα κανταδόρικα σχήματα του Ληξουρίου εντάχθηκε στη Χορωδία «Φρέγια» του μαέστρου Νικολάου Τσιλίφη, όπου μυήθηκε στο χορωδιακό τραγούδι του τόπου μας.

Ο Σπύρος ακολουθούσε παντού τη χορωδία του Τσιλίφη ακόμη και όταν αυτή συμμετείχε σε εκκλησιαστικές τελετές, δίνοντας την ευκαιρία να έλθει σε επαφή με τον κόσμο της Κεφαλληνιακής Βυζαντινής Μουσικής. Έπειτα από τη διάλυση της χορωδίας του Τσιλίφη, λόγω που αυτός εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, ο Σπύρος εισχώρησε στη χορωδία του Νικολάκη Κουρούκλη και παράλληλα συμμετείχε στην εκκλησιαστική χορωδία του μαέστρου Γεράσιμου Δρακόπουλου, ο οποίος άφησε μια καλή μνήμη και σεβαστή εικόνα ως μαέστρος και πρωτοψάλτης.

Στα 1954 θα συμμετάσχει με τη χορωδία του Νικολάου Κουρούκλη στο Μεσολόγγι, η οποία ήταν προσκεκλημένη από τον Κεφαλονίτη Δήμαρχο Μεσολογγίου και Υπουργό Αποκαταστάσεως Ιονίων Νήσων για τους σεισμούς του 1953, Ευαγγελάτο Χρίστο, και τραγούδησαν τα άσματα «Ο Καψάλης» και η «Πεπρωμένη Νυξ» και άλλα, συμμετέχοντας στις γιορτές εξόδου της Ιερής Πόλης του Μεσολογγίου.

Κατά την περίοδο της στρατιωτικής του θητείας στη Στρατιωτική Φιλαρμονική Σερρών μεταπήδησε για τις ανάγκες της μπάντας από τρομπόνι σε μπάσο, μια και αυτά ήταν συγγενικά όργανα.

Μέτα την ανοικοδόμηση του σπιτιού του στο Ληξούρι κατά το 1955 έφυγε για τη Ζάκυνθος όπου έγινε μέλος της εκεί χορωδίας του μαέστρου Ιωάννη Βίτσου και εντάχθηκε στη Φιλαρμονική της πόλης μαθαίνοντας και παίζοντας μπάσο. Ο Σπύρος δεν μπορούσε μακριά από την Κεφαλονιά του γι’ αυτό κάθε καλοκαίρι ήταν στο νησί του. Πάντα έβρισκε την ευκαιρία να συμμετέχει με πολλή χαρά σε κάθε κανταδόρικη και χορωδιακή εκδήλωση του τόπου του. Επίσης, ήταν από τους πρώτους χορωδούς του Φώτη Αλέπορου όταν αυτός ίδρυσε τη χορωδία του στην Αθήνα.

Με τον τρόπο του κάθε φορά που επισκεπτόταν τη Ζάκυνθο γινόταν μεταφορέας καλλιτεχνικής ζωής, εφόσον μάθαινε στους Ζακυνθινούς κεφαλληνιακά άσματα, ιδίως αριέττες και ντουέτα.

Ο φίλος του Αθανάσιος Κυράγγελος θα του προτείνει τη θέση του επιστάτη στη Βαλλιάνειο Επαγγελματική Σχολή Ληξουρίου, αλλά έπειτα από τρεις- τέσσαρις μήνες εγκαταλείπει την επαγγελματική αυτή ιδιότητα, γιατί όπως λέει δεν του άρμοζε να «ταλαιπωρεί» τα παιδιά. Το 1959 συμμετέχει μαζί με πολλούς Ληξουριώτες στην αναβίωση του Καρναβαλιού, δημιουργώντας όμορφες σκωπτικές εικόνες με κέφι και ζωντάνια.

Το 1960 αποφάσισε να αξιοποιήσει την πρόσκληση που είχε από την πρώτη του αδελφή στην Αμερική και να αναζητήσει ένα καλύτερο κόσμο σε αυτή την ήπειρο, στην οποία έμεινε περίπου 14 χρόνια. Έτσι εργάστηκε σε Χαρτοπαιχτική Λέσχη κερδίζοντας πάνω στο μοίρασμα των χαρτιών αρκετά χρήματα

Το 1973 επέστεψε από την Αμερική για να ζήσει και πάλι στην Ελλάδα. Ποτέ δεν εγκατάλειψε το τραγούδι και κάθε φορά που βρισκόταν στην Κεφαλονιά αλλά και στην Αθήνα συναντιόταν με παλιούς Ληξουριώτες και το έστρωναν στο τραγούδι ώρες ατελείωτες. Φίλοι του στη ζωή και στο τραγούδι οι: Περλιγκής Γιώργος σπουδαίος κιθαρίστας και αξιόλογος μπάσος, Σπύρος Συνοδινός, Μίμης Αυλάμης με εξαιρετική φωνή τενόρου, ο Διονύσης Μεσσάρης (Τσιμπίδης), Αλέκος Καμηνάρης (κουρέας) με εξαιρετη φωνή βαρυτόνου, Ηλίας Μηνιάτης (κουρέας) μουσικός, Σπύρος Έρτσος (πρωτοψάλτης), Σπύρος Καμήλος και τόσοι άλλοι παλιοί Ληξουριώτες που μαζί τους τραγούδησε την κεφαλονίτικη μουσική κανταδόρικη παράδοση.

Στα 1974 θα συμμετέχει με την κανταδόρικη παρέα του Σπύρου Έρτσου στο Καρναβάλι του Ληξουρίου και θα τραγουδήσουν πολλά άσματα του Τζώρτζη Δελλαπόρτα και όχι μόνο. Ο Σπύρος Λυκούδης θα ακολουθήσει την τραγουδιστική και ψαλτική παρέα του Σπύρου Έρτσου ακόμη και στο Μπάρι της Ιταλίας και θα γίνει σημαντικός τραγουδιστής της παρέας- χορωδίας με την δυνατή φωνή του μπασοβαρύτονου. Σε εκκλησιαστικές τελετές σε ναούς και πανηγύρια ο Σπύρος Λυκούδης -Παπασσάβας θα ακολουθήσει την παρέα και θα χαρεί τις όμορφες τραγουδιστικές και διασκεδαστικές στιγμές της.

Ένα κεφάλαιο στη ζωή του απετέλεσε και η αδελφική φιλία και η επικοινωνία με τον δάσκαλο και μουσικό Σπύρο Καμήλο. Τραγούδησαν και σεργιάνισαν στενά δρομάκια λέγοντας νότες κανταδόρικες ληξουριώτικες και όχι μόνο, νότες από καλά και νοσταλγικά τραγούδια.

Ο Σπύρος Λυκούδης-Παπασσάβας θα μείνει στη μνήμη πολλών μας για την αγάπη του, για την καλοσύνη του και την όμορφη τραγουδιστική του προσφορά στην παράδοση του τόπου μας.

Μαζί με την σύζυγό του Κατερίνα Αντωνάτου, μια γνήσια και αυτή στο ταμπεραμέντο Ληξουριώτισσα, αλλά και με παλιούς φίλους του που ήταν οι κωμικοί του Ληξουρίου: Μπάμπης Μαυροειδής τον Λια τον Μηνιάτη, τον Νικόλα Ποταμιάνο, τον Λέανδρο και τόσους άλλους σκάρωσαν καλοσυνάτα αστεία και πειράγματα, που έχουν μείνει αλησμόνητα στη μνήμη των Ληξουριωτών.

Αυτά τα χρόνια ο Σπύρος Λυκούδης Παπασσάβας ζούσε μόνιμα πλέον στο Ληξούρι του μέσα από τις καλές τραγουδιστικές και κωμικές ιστορίες του τόπου μας, που σε μεγάλο βαθμό συνετέλεσε στην ύπαρξή τους. Αιωνία η Μνήμη του

Ο Σπύρος Λυκούδης

Στην ίδια κατηγορία