Ένα ιδιαίτερο ποίημα για την Εθνική Παλιγγενεσία του 1821

Μάκης Σωτ. Γαλανός

Μια αξιόλογη καλλιτεχνική μορφή  του 19ου αιώνα είναι αυτή του  Παναγιώτη Ματαράγκα, που λόγω της γέννησής του, το 1834 στο Ναύπλιο, και της δράση της οικογένειά του στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας στην Πελοπόννησο,  έκαμαν «να ξεχαστεί» η  κεφαλληνιακή καταγωγή του. Στοιχεία βιογραφικά μας δίνει αρκετά ο Ηλίας  Α. Τσιτσέλης, γράφοντας γι’ αυτόν,   «… Νομικός. Φύσει οργών  εις μελέτας και φιλόμουσος, ανεδείχθη και άξιος λόγου λογογράφος και ποιητής…»…

Σκοπός σ’ αυτό  το κείμενο  δεν είναι τα πλούσια βιογραφικά και τα έργα του Π.  Ματαράγκα, άλλωστε μπορεί κανείς να τα μελετήσει στον  1ο τόμο των Κεφαλληνιακών  Σύμμικτων και όχι μόνο, αφού βιογραφήθηκε σε αρκετές εκδόσεις της εποχής του.

 Μέσα στα πολλά έργα του, ποιητικά  και λογογραφικά, ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα ολιγοσέλιδο  φυλλάδιο, που έχω στο αρχείο μου, και που φέρει τον τίτλο «Τη 25 Μαρτίου» ποίημα,  Βράιλα 1884.

Στο πρώτο φύλλο υπάρχουν τα ονόματα της τότε  Επιτροπής της Ελληνικής Κοινότητας της Βραΐλας (Ρουμανία), στην οποία  και αφιερώνει  το ποιητικό έργο, λέγοντας πως προέβηκαν στην έκδοσή του, λόγω που κατά το Συμπόσιο που τέλεσαν για την εορτή της Ελληνικής Παλιγγενεσίας το 1884, το ποίημα που ο ίδιος απήγγειλε σκόρπισε συγκίνηση και θαυμασμό.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο πρόλογος της έκδοσης, γραμμένος από τον ίδιο τον Ματαράγκα λέγοντας πως:  «Το ποίημα  τούτο  κατ΄ εξαίρεσιν  εγγράφη ή μάλλον αυτοσχεδιάσθη εις την καλουμένη του λαού γλώσσα, διότι υπήρξε προωρισμένον ιδίως δια τον λαόν.»…

Με αυτό το ποίημα, ο Ματαράγκας κάνει την πρώτη απόπειρα γραφής του στη Δημοτική,  και όπως λέει στον πρόλογό του,  ζητά από τους ειδήμονες της εποχής του, όπως τον κατανοήσουν περισσότερο στην ιδέα του ποιήματος,  παρά στη γλωσσική του μορφή. Ήταν η εποχή που έπρεπε να παραμεριστεί η Καθαρεύουσα και να γίνει σιγά – σιγά  αποδεκτή η γλώσσα του λαού, η Δημοτική, για να υπάρχουν πολλά οφέλη στο κοινωνικό σύνολο. …  Ακόμη, ο Ματαράγκας εξομολογείται στο πρόλογό του ως προς τη Δημοτική, εκθέτοντας την αδυναμία του να εκφραστεί μέσα  απ’ αυτή τη «χυδαία γλώσσα».    «Δεν θα παρέλθη πολύς καιρός και τα σήμερον εν τη δημοτική γραφόμενα θα έχωσιν ανάγκην ερμηνευτών, ως εγώ πολλάκις εν τω παρόντι ποιήματι  ευρέθην εις  την ανάγκην να καταφύγω εις την συνδρομήν των γινωσκόντων κάλλιον εμού την λεγομένην δημοτική  ίνα μεταβάλω λέξεις και εκφράσεις επί το χυδαιότερον.»…

Πέρα από τις «δοκιμαζόμενες» σκέψεις του Ματαράγκα για τη γλώσσα, το ποίημά του είναι σημαντικό,  λόγω που  ακούστηκε μέσα σε ελληνική εορτή,  που πραγματοποίησε  στην ξένη χώρα, τη Ρουμανία,  η τότε Ελληνική Κοινότητα.  Επιπλέον,  το ποίημα μας  βεβαιώνει πως, οι Έλληνες όπου και να βρίσκονταν, αλλά το ίδιο ισχύει  και σήμερα, δεν ξεχνούν να μνημονεύουν εορταστικά και εθνικά, της πατρίδας μας τα ιερά θεμέλια των αγώνων για την πολυπόθητη λευτεριά.

ΤΗ 25 ΜΑΡΤΙΟΥ

Μας ενομίζανε νεκρούς, χωρίς παλμόν στα στήθη

Και μας μοιρολογούσανε Ανατολή και Δύσι,

Ποτέ δεν πίστευαν νεκρός τα σάβανα να σχίση,

Γιατί νεκρός  εγνώριζαν ποτέ δεν ανεστήθη.

….

Κι όμως δεν είμεθα νεκροί, αλλ’ αποκωμένοι,

Γιατί πολύ δουλέψαμε, χιλιάδες χρόνια  μόνοι

Αφότου εκείνος ο τυφλός που ο κόσμος καμαρώνει,

Πού όμοιον του δεν γέννησαν τρεις χιλιάδες χρόνοι,

……..

Δεν υπάρχει ακριβής αριθμός  συλλαβών ανά στίχο, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον ποιητή να εκφράσει τον Εθνικό του παλμό και το σεβασμό του για την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Το ποίημα αποτελείται από 37 στροφές, η δε ομοιοκαταληξία των στίχων, ποικίλει από ζευγαρωτή έως πλεχτή, ενώ στον ποιητικό  ρυθμό του φαίνεται μια προσπάθεια του δημιουργού, να πλησιάσει την απλότητα και την αλήθεια της δημοτική ποίηση.

Στην αρχή του ποιητικού κειμένου υπάρχει και πάλι ο τίτλος του ποιήματος και μέσα στις πρώτες στροφές εξιστορεί ποιητικά την πορεία του Βυζαντίου και κατ’ επέκταση της Ελλάδας. Δεν ξεχνά να μνημονεύσει την  παγκόσμια προσφορά στα γράμματα και στις τέχνες  που έδωσε η πατρίδα μας, αλλά και τους φοβερούς πολέμους που είχε να αντιμετωπίσει η μικρή αλλά μεγάλη Ελλάδα.

«Σεργιανίζει» ποιητικά  το στίχο στην πορεία του Βυζαντίου, στην πτώση της Αυτοκρατορίας, στην Άλωση της Πόλης, μιλάει για τους θρήνους και τα μοιρολόγια, αλλά και για τον μεγάλον Ρήγα Φεραίο, χωρίς να τον ονοματίζει και για τα μαρτύρια των Ελλήνων.  Μιλάει για αλήθειες, πως, έτρεξαν κάποιο ξένοι, κάποιες κυβερνήσεις να οικειοποιηθούν την Επανάσταση, αλλά αυτή στηρίχτηκε στο λαό της, τον Ελληνικό, που ξέσπασε ωσάν ηφαίστειο, που κοιμόταν κάτω από το  χιόνι.

………..

 Ο Δούναβις την έσυρεν εις τα θολάν νερά του

Όπου Μαινάδες έπνιξαν τον Θεσσαλόν Ορφέα,

Και ευγενής την έψαλε στον Προύτο νεολαία

Όταν ‘ βαπτίσθη βάπτισμα αθάνατο θανάτου.

………

 Άστραψε γη και θάλασσα, στον Ουρανό μεγάλη

Φωτιά εχύθη που πολύ εθάμβωσε τα μάτια

Φρικτά ντελίνια ανέβαιναν στα σύννεφα και πάλι

Στα ματωμένα κύματα κατέβαιναν κομμάτια.

………

Σημαντική θέση του ποιητή, Παναγιώτη  Ματαράγκα,  φαίνεται να είναι η θεώρησή του, πως η Ελλάδα έπεσε, πολέμησε, ελευθερώθηκε, ανάμεσα σε δυο πολεμικές δυνάμεις, της Ανατολής και της Δύσης. Η πρώτη καταπάτησε τον ευλογημένο ελληνικό τόπο με την ανοχή της δεύτερης. Η πρώτη καλόμαθε και η δεύτερη βολεύτηκε κατά πως ήθελε…

Επίσης,  φανερώνεται σε κάποιους στίχους η Μεγάλη Ιδέα για την Ανάσταση του Γένους, τη Λύτρωση της Αγίας Σοφίας και υψώνει το  τότε αίτημα της  προσφοράς  για βοήθεια που δόθηκε για λευτεριά, στην Θεία Επίβλεψη του Θεού.

Στις τελευταίες στροφές, το ποίημα «κυλά» αβίαστα, κινείται προφητικά, πως θα έρθει η στιγμή να παραδοθεί εκεί που ανήκει η Πόλη των Πόλεων, η Βασιλεύουσα και σκιαγραφεί ζωντανά το πρόσωπο της «Ερχόμενου» Κωνσταντίνου, που σύμφωνα με την προφητεία και την επιθυμία του λαού, θα του παραδοθεί η Κωνσταντινούπολη.

………………..

 Ποιος τώρα; Είνε έτοιμος, ανδρούται, μεγαλόνει,

Πολλαίς το είπαν γενεαίς μ’ ελπίδα τ’ όνομά του,

Είναι ξανθά, ολόξανθα τα εύμορφα μαλλιά του,

Και στ’ όνομά του η Τουρκιά σαν λείψανο παγόνει.

…..

Είναι προφανές πως το ποίημα εκφράζει την επιθυμία όλων των Ελλήνων για την τύχη της Πόλης, που είτε φανερά εν παρρησία κάποιοι είτε κρυφά άλλοι, λόγω της  πολιτικής τους ιδεολογίας, δεν μπόρεσαν και ακόμα δεν μπορούν να εκφράσουν  αυτό που, μέσα μας από αιώνες φωλιασμένο καρτερεί να εκπληρωθεί. Αυτή η εκπλήρωση, που επί των άχρονων χρόνων της εποχής μας, εστιάζει στην Πόλη,  δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο φυσικός  τρόπος της Άνασσας των Νόμων, που  μέσα  από την Εντροπία του Σύμπαντος  δικαιώνει, πληρώνει και τοποθετεί τα παίγνια των ανθρώπων.

Κλείνοντας τούτη τη μικρή αναφορά πάνω στο  ποίημα  «25 Μαρτίου», του Παναγιώτη Ματαράγκα,  που  το ύφανε  στιχουργικά μέσα στην ιστορία της Ελλάδας μας, σφραγίζω με Νου περίσσιο το κείμενό μου, με την  στροφή του τέλους, ως κατακλείδα ελπίδας για το ΜΕΤΑ  ΤΟΥ 2021.

 ………

Αυτό επαρηγόρησε τον δουλικό μας θρήνο

Κι ‘ ήταν νεφέλη φωτεινή στην νύκτα τη βαθειά μας.

Αυτό ήταν το μάννας μας στην πείνα κ’ ερημιάς μας.

Άκους το Δύσις και Βορριά, το λέγουν ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟ.