ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΗ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟ

Ο πρόεδρος της ΕΛΜΕΚΙ κ. Διονύσης Γεωργόπουλος

Δεν είναι εύκολο να αποχωρίζεσαι καλούς φίλους και συντρόφους. Αλλά κι όταν εκείνοι «φεύγουν», εσύ τους κρατάς μέσα σου βαθειά στην καρδιά και τη σκέψη.

Τον Διονύση Γεωργόπουλο τον είχα μαθητή στο Γυμνάσιο των Κεραμιών – ήταν ένα ωραίο παιδί -, είμαστε και συνάδελφοι όλα τα τελευταία χρόνια – ήταν ένας άριστος συνάδελφος.

Ο Διονύσης διάβαζε, μελετούσε. Η πρόοδος της επιστήμης, οι προβληματισμοί της ιστορίας, οι κοινωνιολογικές έρευνες, οι πολιτικές θεωρίες – όλα αυτά, και όχι μόνο, τον ενδιέφεραν, τον απασχολούσαν, τα συζητούσε.

Ο Διονύσης υπήρξε χαρισματικός Δάσκαλος. Οι σχέσεις του με τους μαθητές του  χαρακτηρίζονταν από την ισοτιμία και τον αλληλοσεβασμό. Τους εμψύχωνε, γνοιαζόταν για την πνευματική τους πρόοδο και για την κοινωνική τους μόρφωση.

Με τους συναδέλφους του ο Διονύσης είχε δημιουργήσει σχέσεις ειλικρίνειας και αμοιβαίας εκτίμησης – ακόμη και όταν έπρεπε να τους «αντιπαλέψει» στο συνδικαλιστικό στίβο.

Με τον Διονύση συζητούσες ήρεμα. Ο διάλογος μαζί του ήταν πάντοτε γόνιμος. Σε γοήτευε ο λόγος του, η διαλεκτική του σκέψη. Γι’ αυτό και επιζητούσες την παρέα του, γι’ αυτό και ο καφές ή το κρασάκι μαζί του είχαν, χωρίς υπερβολή, τη δική τους μαγεία.

Ο Διονύσης ήξερε να δίνει, να συμβουλεύει, να παροτρύνει, να βοηθά. Κι όλα αυτά με αγάπη, με πειθώ, με ειλικρίνεια, με ανιδιοτέλεια.

Με τον Διονύση ήσουν σίγουρος στη διεκδίκηση, στον αγώνα. Ήταν μαχητής «παντός καιρού». Με το πουκάμισο ανοιχτό, μιλούσε, εμψύχωνε, καθοδηγούσε, διεκδικούσε.

Ο Διονύσης πάλευε με δυναμισμό, με ανιδιοτέλεια, με αισιοδοξία. Έβλεπε δίπλα του, άκουγε τον άλλον, μέτραγε τη γνώμη του, τον έκανε συμπορευτή του. Με μυαλό ανοιχτό αλλά και με επιμονή και πείσμα χτυπούσε την εκμετάλλευση, την αδικία, το φόβο, τον ωχαδερφισμό.

Ο Διονύσης πίστευε στο κόμμα του, στο ΚΚΕ. Αγωνίστηκε γι’ αυτό. Στάθηκε υπόδειγμα κομμουνιστή. Και τίμησε το Κόμμα του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Κι όταν τον χτύπησε ο καρκίνος, δε λιγοψύχησε. Και πάλι ορθώθηκε αγωνιστής. Και πάλι στάθηκε παράδειγμα για όλους μας. Πάλεψε μέχρι την τελευταία του στιγμή. Και παρά τον καρκίνο μέσα του, μαζί με την πάλη εναντίον του δικού του καρκίνου δε σταμάτησε να αντιπαλεύει τα καρκινώματα της δικής μας πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης. Μέχρι τις τελευταίες μέρες έδινε το «παρών» του, όπου έπρεπε.

Διονύση, αγαπημένε φίλε και σύντροφε, δεν έφυγες. Δεν μπορείς να φύγεις. Αυτό, εξάλλου, λέει η διαλεκτική μας. Αντίθετα, ήρθες, ήρθες πιο κοντά μας, ήρθες για να μείνεις για πάντα στη σκέψη μας και στην καρδιά μας, για να κουβεντιάζουμε καθημερινά μαζί σου, αφού οι αγώνες δε θα σταματήσουνε, αφού θα θέλουμε να πίνουμε μαζί σου ήρεμα τον καφέ μας.

Εμείς σε κάθε αγωνιστικό – μικρό ή μεγάλο – προσκλητήριο θα σε νιώθουμε δίπλα μας, σε θέλουμε κοντά μας.

Κι εσύ, με το πουκάμισο ανοιχτό, όπως πάντα, θα μπαίνεις μπροστά στις πορείες, θα μιλείς στις πλατείες για το δίκιο του αγώνα, θα απαιτείς από τον εκπρόσωπο της κάθε εξουσίας όλα όσα δικαιούνταν οι συμπολίτες σου, οι συμμαχητές σου, ο κόσμος της ζωής και της βιοπάλης.

Και να ξέρεις, αγαπημένε μου φίλε και σύντροφε Διονύση, ότι εκείνο τ’ ανοιχτό σου πουκάμισο οι εκατοντάδες φίλοι, συμμαχητές και σύντροφοί σου – και ανάμεσά τους πολλές δεκάδες τα νέα παιδιά, που τόσο πολύ αγάπησες και πίστεψες – το έχουν ήδη κάνει παντιέρα και προχωρούν…