Ευλαμπία και ακρίδα

Γράφει ο BAΓΓEΛHΣ ΦΛΩPATOΣ

Τα χρώματα της Ίριδας εφτά , εφτά και τα χρώματα της Ευλαμπίας.
Πλιο όμορφο πλάσμα δεν έχω ματαϊδεί. Χαιρόσουν να την βλέπεις και σου ερχόντανε να τηνε πάρεις στην αγκαλιά και να μη τηνε αφήνεις.
Δεν γνωρίζω το πώς βρέθηκε στην Ελλάδα, μπορεί κάποιος ναυτικός να την έκλεψε από κανένα παλάτι του Σιάμ; Μπορεί να τρύπωσε η ίδια μέσα σε κανένα πλεούμενο φουσκωτό, παρέα με τσου Σιαμέζους πρόσφυγες και ξεμπαρκάρισε στη Μυτιλήνη.
Εκεί, την είδε ένας Κεφαλονίτης, τηνε καλόπιασε, τηνε ξεγέλασε με μια μαρίδα που του έδωσε ένας στεριανός ψαράς και την έφερε πεσκέσι στον Γιάννη τον Αντωνάτο τον σπουδαίο και ονομαστό εκείνον γιατρό, γιατί κάποτε τονε δάγκασε μια σκορδανίτσα και του έσωσε τη ζωή.
Την στερνή ημέρα του Αύγουστου έτυχε να έχω πάει κι εγώ σε αυτόν το γιατρό για να δει κάτι εξέτασες που μου είπε να κάνω. Έτσι εννιά το πρωί, καθισμένος στο προ Χωλ του ιατρείου το μάτι μου έπεσε στη υψωμένη αυλή του αρχοντικού και εφκειό που ήγδα ήτουνε κάτι το θαυμαστικό για μένανε. Η Ευλαμπία κυνήγαε … πες καλύτερα έπαιζε το κυνηγητό, με μιαν ακρίδα.
Εφκειό που γλέπανε τα μάτια μου, πότες η Ευλαμπία να κυνηγάει την ακρίδα, πότες ακρίδα την Ευλαμπία ήτανε θέαμα τω θεαμάτων! Ωραιότητα τση ωραιότητας! Μου φαινότουνε πως πότες έγλεπα το βόρειο Σέλας και πότες την εφταχρωματούσα Ίριδα.
Για ένα μομέντο όπως ετήραα το θέαμα κι είχα το στόμα ανοιχτό, μπήκε μέσα μια μύγα και για φκειό δεν έδωκα σημασία τση μύγας. Εξακολουθούσα να τηράω το παιγνίδισμα γάτας και ακρίδας και δεν με έγνοιαζε τίποτσι άλλο εκείνη τη στιγμή. Πέρασε ώρα μέχρι να πάω στην αράδα μου, περκέ γάτα και ακρίδα παίζανε του καλού καιρού.
Καμιά φορά άνοιξε η πόρτα και βρέθηκα φάτσα με φάτσα με το γιατρό. Προς μεγάλης μου λύπης, ο γιατρός σε όλα όσα μου είχε πει, τα εφάρμοσα πιστά κι έτσι εγίνηκα περδίκι.
Βεραμέντε έβαλα πλώρη για μια ζωή υποφερτική. Όμως παρόλο που η γιατρειά μου ήτουνε εξασφαλισμένη και η καζάρμα μου είναι στην Αθήνα , τι κι άμα σαρταίνω ωσά κατσίκι, θα εξακολουθώ να έρκουμαι και μία και δυο και τρεις και τέσσαρες ακόμα βολές στο Αργοστόλι.
Όγιεσκε τόσο για τον δετόρο τον Αντωνάτο, πάρα για να γλέπω την Ευλαμπία να σκριμιδεύει -έστω και σε …ενδιαφέρουσα- με την ακρίδα και την ακρίδα πότες να υψώνεται και πότες να χαμηλώνει ίσαμε το αφτί τση Ευλαμπίας.