Ο Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΔΕΝ ΑΡΧΙΣΕ το 1941, ούτε το 1940. ούτε καν στις 3 Σεπτεμβρίου 1939. Άρχισε στις 4:45′ π.μ. της 1ης Σεπτεμβρίου 1939. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή το γερμανικό κατα- ορομικό «Schleswig-Holstein», αγκυροβολημένο στο Λιμάνι του Ντάντσιχ (σημ. Γκντανσκ) σε φιλική επίσκεψη, άνοιξε πυρ σχεδόν εξ επαφής ενάντια στο πολωνικό οχυρό του Βέστερπλατε. Ταυτόχρονα, με το χάραμα, ο Γερμανικός Στρατός Ξηράς ξεχύθηκε στα σύνορα της Πολωνίας σε 20 διαφορετικές τοποθεσίες – από τη δύση, από το βορρά και από το νότο.Ήταν μια πράξη ακήρυκτου πολέμου, αλλά αναμφίβολα πολέμου.
Αιφνιδιασμένοι. πολλοί νόμισαν ότι ο Χίτλερ μπορεί να είχε αρχίσει μια περιορισμένη, τοπική σύγκρουση. Στην πραγματικότητα, διακυβεύονταν πολύ περισσότερα. Αφενός, μιας και ο κατευνασμός είχε ξεκάθαρα αποτύχει, οι Δυτικές Δυνάμεις δεν επρόκειτο να δεχτούν άπρακτες αυτή την πρόκληση. Αφετέρου, η Σοβιετική Ένωση είχε ήδη αναμειχθεί ενεργά. 0 Χίτλερ είχε εισβάλει στην Πολωνία μόνο υπό την ακοινοποίητη προϋπόθεση ότι ο Στάλιν θα τον ακολουθούσε από κοντά. Άγνωστα στον έξω κόσμο, τα μυστικά πρωτόκολλα του Γερμανοσοβιετίκού Συμφώνου και οι μυστικές συνομιλίες της Μόσχας που τα πλαισίωναν, είχαν προβλέψει την από κοινού διαίρεση της Ανατολικής Ευρώπης. Σύντομα οι Γερμανοί αξιωματούχοι θα άρχιζαν να φωνάζουν, μη βλέποντας τον Κόκκινο Στρατό να εμφανίζεται τόσο γρήγορα όσο περίμεναν.
Η κήρυξη πολέμου από τη Βρετανία και τη Γαλλία στις 3 Σεπτεμβρίου, είχε σοβαρές στρατιωτικές συνέπειες. Παρά την αποτυχία τους να έρθουν σε βοήθεια της συμμάχου τους Πολωνίας, οι επιτελικοί σχεδιαστές του Λονδίνου και του Παρισιού δεν επρό- κειτο να πέσουν στην παγίδα του 1914, όταν ένας υποτιθέμενα σύντομος πόλεμος αποδείχτηκε μακροχρόνιος. Αυτή τη φορά, είχαν ασχοληθεί σοβαρά από την αρχή με τη μεθοδική προετοιμασία ενός μακροχρόνιου πολέμου. Η διάταξη των δυνάμεών τους είχε πολύ συγκεκριμένη σημασία. Σήμαινε ότι όχι μόνο μπορεί να θυσιαζόταν η Πολωνία, αλλά επίσης, ακόμη και αν έπεφτε η Πολωνία, η εμπόλεμη κατάσταση στην Ευρώπη θα συνεχιζόταν.
Οι Δυτικές Δυνάμεις βρίσκονταν σε δίλημμα και μεγάλο μέρος της σύγχυσης του Σεπτεμβρίου του 1939 έχει μείνει αδιερεύνητο από τα βιβλία της Ιστορίας. Κατά την Κρίση του Μονάχου, το προηγούμενο φθινόπωρο, οι Γερμανοί τούς είχαν πει ότι η παραχώρηση της Σου- δητίας ήταν η «τελική απαίτηση του χερ Χίτλερ». Είχαν εξαπατηθεί και είχαν αποδεχτεί ένα αυταπόδεικτο ψέμα. Τώρα άκουγαν τους Σοβιετικούς διπλωμάτες να τους λένε ότι η ΕΣΣΔ ήταν «ουδέτερη». Το αποδέχτηκαν, τουλάχιστον δημοσίως, όχι επειδή το πίστευαν κατ’ ανάγκην, αλλά επειδή η προοπτική ενός ταυτόχρονου πολέμου εναντίον τόσο της Γερμανίας, όσο και της Σοβιετικής Ένωσης, ήταν κάτι λιγότερο από βολική. Ακόμα κι έτσι, θα ερχόταν σύντομα η στιγμή που θα έπρεπε να γίνουν προετοιμασίες για έναν τέτοιο διμέτωπο πόλεμο.
Πολλοί ιστορικοί, σοφοί εκ των υστέρων, εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο ήταν απλώς μια «προσωρινή συμφωνία», ένας βολικός ελιγμός συγκράτησης ανάμεσα σε δύο διατακτικούς εταίρους που απλώς «κέρδιζαν χρόνο», πριν ξεσπάσει η αναπόφευκτη μεταξύ τους σύγκρουση. Αυτό ισοδυναμεί με ανάποδο διάβασμα της Ιστορίας. Προφανώς, το Σύμφωνο δεν είχε σχεδιαστεί για να παράσχει διαρκή ειρήνη. Ο Χίτλερ και ο Στάλιν ήταν τόσο πολιτικοί αντίπαλοι όσο και ιδεολογικοί εχθροί, και μια μεγάλη σύγκρουση μεταξύ τους ήταν πάντα πιθανή. Όμως, το 1939, δεν ήταν η μόνη πιθανότητα. Κανείς από τους δύο δικτάτορες δεν ήταν πραγματικά έτοιμος για πόλεμο. Ούτε οι Γερμανοί ούτε οι Σοβιετικοί επιτελικοί σχεδιαστές είχαν καμιά ελπίδα να φτάσουν τη μέγιστη στρατιωτική τους ικανότητα νωρίτερα από το 1942-43. Τόσο το Βερολίνο όσο και η Μόσχα συμφωνούσαν ότι πρώτος τους στόχος ήταν η κατεδάφιση της πολιτικής τάξης που είχαν δημιουργήσει και επιτηρούσαν οι Δυτικές Δυνάμεις. Όλα συνεπώς εξαρτώνταν από το αποτέλεσμα αυτής της πρώτης κίνησης. Μετά από αυτό, πολλά ήταν τα ενδεχόμενα. Αν οι Δυτικές Δυνάμεις επαναλάμβαναν τη νίκη του 1918 επί της Γερμανίας, για παράδειγμα, ο Χίτλερ δε θα ήταν πια σε θέση να απειλήσει την ειρήνη, και ο γερμανοσοβιετικός πόλεμος θα είχε αποφευχθεί. Μετά τη νίκη τους, οι Δυτικοί Σύμμαχοι είτε θα κρατούσαν τις αποστάσεις τους από την ΕΣΣΔ είτε, όπως υποστήριζε η λενινιστική ιδεολογία, θα εξαπέλυαν μια συνδυασμένη επίθεση του καπιταλιστικού κόσμου ενάντια στην «πατρίδα του σοσιαλισμού». Το πιο πιθανό, ωστόσο, ήταν ότι οι καπιταλιστές θα πολεμούσαν μεταξύ τους μέχρι να φτάσουν στην αποτελμάτωση, στο τέλος της οποίας θα ήταν υπερβολικά εξουθενωμένοι για να απειλήσουν την αυξανόμενη ισχύ της σοβιετικής πατρίδας. Για άλλη μια φορά η ΕΣΣΔ θα ήταν σε θέση να αποφύγει το μεγάλο πόλεμο στο ορατό μέλλον. Αλλιώς, αν έτσι επέλεγε, θα ήταν ελεύθερη να αναλάβει η ίδια τη στρατιωτική ή την πολιτική πρωτοβουλία. Αυτό φαίνεται πως ήταν το σενάριο στο οποίο υπολόγιζε ο Στάλιν.
Από την αρχή πρέπει να πούμε ότι κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τρία κύρια ιδεολογικά στρατόπεδα ανταγωνίζονταν μεταξύ τους. Δεν υπήρχαν άλλοι σοβαροί ανταγωνιστές πέραν του Φασισμού, του Κομμουνισμού και της Φιλελεύθερης Δημοκρατίας. Το φασιστικό στρατόπεδο ιδρύθηκε από το Μουσολίνι στην Ιταλία, και από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 και εξής κατευθυνόταν από το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας. Το πνεύμα του ήταν συγγενές προς τη μη εμπόλεμη Ισπανία του Στρατηγού Φράνκο, και είχε κάποιους μιμητές, όπως τη Σιδηρά Φρουρά της Ρουμανίας και μερικούς περιθωριακούς θαυμαστές στις δημοκρατικές χώρες όπου τους επιτρεπόταν να δρουν. Το κομμουνιστικό στρατόπεδο είχε τη βάση του στη Σοβιετική Ένωση, «το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος του κόσμου». (Ως σοσιαλιστικό, διάβαζε την «κομμουνιστική εκδοχή του σοσιαλισμού»). Μέχρι τότε, δεν είχε εμπνεύσει κανένα αδελφό καθεστώς το οποίο να ασκεί κυβερνητική εξουσία, αλλά ήταν η κινητήρια δύναμη ενός παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος με ισχυρούς υποστηρικτές στη Γαλλία και την Ιταλία, ακόμα ισχυρότερους στη Γερμανία (μέχρι την κατάπνιξή τους από τους ναζί), μιας παρουσίας στις περισσότερες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες και μιας συνοδοιπορίας εκ μέρους των αριστερών διανοούμενων της Δύσης (επειδή κάτι τέτοιο ήταν της «μόδας» τότε). Το δημοκρατικό στρατόπεδο είχε σχηματιστεί μεταξύ των νικητριών Δυτικών Δυνάμεων του A’ Παγκόσμιου Πολέμου – της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Βρετανίας και των ΗΠΑ. Αν και η Ιταλία είχε φύγει από αυτό το στρατόπεδο και ol ΗΠΑ ήταν ένας απών απομονωτιστής. αυτό το ίδιο στρατόπεδο, όμως, ήταν ο πάτρωνας της Συνθήκης των Βερσαλιών, της Κοινωνίας των Εθνών και των κρατών της «Νέας Ευρώπης» που σχηματίστηκαν μετά το 1918. Η υπόληψή του δέχτηκε πλήγμα στη δεκαετία του 1930, ύστερα από την ανάδυση πολυάριθμων δικτατοριών, από την αποτυχία της Κοινωνίας των Εθνών να ασκήσει την εξουσία της και από την πολιτική του κατευνασμού, που το 1938 έριξε μια δημοκρατική χώρα, την Τσεχοσλοβακία, στους λύκους. (X υπέρμαχοι της δημοκρατίας υπερασπίζονταν την καθεστηκυία τάξη (αν και όχι με μεγάλη επιτυχία). Οι Φασίστες και οι Κομμουνιστές την αμφισβητούσαν.
Η Τσεχοσλοβακία κατέχει ειδική θέση στην Ιστορία. Δεν ήταν μόνο μία δημοκρατική χώρα που αντιστάθηκε πιο έντονα από άλλες στην άνοδο των δικτατόρων. Ήταν η χώρα που αποσπάστηκε από την Αυστροουγγαρία στα τέλη του A’ Παγκόσμιου Πολέμου και της οποίας το εθνικό ήθος προσηλώθηκε αμετακίνητα στον αγώνα ενάντια στη γερμανική κυριαρχία. Για ιστορικούς λόγους, έβλεπε πάντοτε τη Ρωσία σαν αντίβαρο της Γερμανίας. Αυτός ο συνδυασμός περιστάσεων έκανε τους Τσέχους τους αγαπημένους της Δύσης (και των δυτικών ιστορικών βιβλίων) και του συνασπισμού της εποχής του πολέμου. Η προπολεμική τους μοίρα έστρεψε τον προβολέα της παγκόσμιας προσοχής στην απειλή του Φασισμού γενικά και της Γερμανίας ειδικότερα45.
Ο Φασισμός, που άρχισε φέρνοντας αυτό το όνομα, ως κίνημα του Μουσολίνι στην Ιταλία, έγινε σύντομα η διακριτική ετικέτα όλων των πολιτικών ομάδων που εμπνεύστηκαν από το παράδειγμα του Μουσολίνι. Των Εθνικοσοσιαλιστών στη Γερμανία, της Φάλαγγας του Στρατηγού Φράνκο στην Ισπανία, του ONR στην Πολωνία, των Ουστάσι στην Κροατία, της Σιδηράς Φρουράς στη Ρουμανία, του Σταυρού των Βελών στην Ουγγαρία, των Ρεξιστών40 στο Βέλγιο, της Γαλλικής Δράσης στη Γαλλία και των «Μελανοχιτώνων» του Σερ Όσβαλντ Μόσλι στη Βρετανία. Χάρη στον ανταγωνισμό του προς τον Κομμουνισμό, συχνά αναφέρεται σαν «άκρα δεξιά -πτέρυγα» ή «εξτρεμιστική Δεξιά». Στην πραγματικότητα ήταν ένα παράξενο μείγμα δεξιών και αριστερών χαρακτηριστικών, και συχνά προ- σέλκυε απογοητευμένους σοσιαλιστές ή, όπως στην περίπτωση του ίδιου του Μουσολίνι, πρώην μαρξιστές, Ήταν ριζοσπαστικός-επα- ναστατικός και αποσκοπούσε στην υπερίσχυσή του απέναντι στα κεκτημένα δικαιώματα της βασιλικής αυλής, της αριστοκρατίας, του κλήρου και των επιχειρήσεων. Μιλούσε, επίσης, για κινητοποίηση και απελευθέρωση των μαζών. Ήταν σε μεγάλο βαθμό εθνικιστικός και επιζητούσε την επίτευξη των σκοπών του με τον καταναγκασμό. Πίστευε στη δικτατορία του μονοκομματικού κράτους, στις καταπιεστικές αστυνομικές μεθόδους, στη μεγαλόστομη προπαγάνδα, και στη λατρεία τού Ντούτσε/Φύρερ/Καουντίγιο ή «Ηγέτη». Μαζί με τον Κομμουνισμό, στον οποίο έμοιαζε από πολλές απόψεις, ήταν το θεμελιώδες υπόδειγμα του ολοκληρωτισμού.
Ο Ναζισμός, που αναπτύχθηκε γοργά κατά τη δεκαετία του 1930 και έγινε κυρίαρχο μέλος της φασιστικής οικογένειας, είναι το όνομα που δόθηκε στο κίνημα το οποίο στην αιχμή τού δόρατός του είχε το NSDAP του Χίτλερ: Το Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα. Το σοσιαλιστικό μέρος του προσωπείου του, όμοια με εκείνο του Μουσολίνι, ήταν επαναστατικό, λαϊκιστικό και μαχητικό, και οδήγησε σε μετωπική σύγκρουση με άλλες σοσιαλιστικές και εργατικές οργανώσεις, και ειδικά με τους κομμουνιστές και τα εργατικά συνδικάτα. Μάχες διατάρασσαν την ειρήνη των γερμανικών δρόμων για πάνω από μια δεκαετία, μέχρι να πάρουν το πάνω χέρι οι «ομάδες εφόδου» των ναζί, το 1933,
Το εθνικιστικό μέρος του ναζιστικού προσωπείου ήταν ασυνήθιστο, ακόμα και στους φασιστικούς κύκλους. Ol ναζί πίστευαν, αντίθετα προς κάθε επιστημονικό στοιχείο, ότι οι Γερμανοί δεν ανήκαν απλώς σ’ ένα έθνος, αλλά σε μια αποκλειστική και ανώτερη βιολογική ράτσα, μια «κυρίαρχη φυλή». Ακολουθούσαν σιωπηρά το ρατσιστικό τους άστρο, τόσο στην εξωτερική, όσο και στην εσωτερική πολιτική, Δεν είχαν ιδιαίτερες διαφορές με τα αδελφά γερμανικά φύλα, όπως τους Άγγλους. Ανέχονταν τους κάπως κατώτερους Λατίνους, όπως τους Ιταλούς και τους Γ άλλους, που μέσω των Λομβαρδών και των «Φράγκων» θεωρούνταν ότι διέθεταν το κατάλληλο μείγμα «γερμανικού αίματος». Αλλά απεχθάνονταν τους Σλάβους, όπως οι Πολωνοί, οι Ουκρανοί και οι Ρώσοι, τους οποίους κατέτασσαν στην κατηγορία των Untermenschen – των «υπανθρώπων». Πάνω απ’ όλους, μισούσαν τους Εβραίους, στις (ανύπαρκτες) συνωμοσίες των οποίων απέδιδαν όλα τα δεινά της Γερμανίας και του κόσμου. Χωρίς να αποκαλύπτει λεπτομέρειες, και πριν αρχίσει ο πόλεμος, ο Χίτλερ δήλωνε ανοικτά την πρόθεσή του να «απομάκρύνει» τους Εβραίους. Το ιδιαίτερο μίσος του για τον Κομμουνισμό οφειλόταν εν μέρει στις μάχες των γερμανικών δρόμων, αλλά κυρίως στην πεποίθησή του ότι τα κομμουνιστικά κόμματα καθοδηγούνταν από Εβραίους και ότι υπεράσπιζε την Ευρώπη απέναντι στον «εβραϊκό μπολσεβικισμό».
Ανάμεικτος με παλιομοδίτικο γερμανικό εθνικισμό, ο ναζιστικός ρατσισμός έφτιαξε ένα δυνατό κοκτέιλ που τροφοδότησε όλα τα μακροπρόθεσμα οράματα τού Γ’ Ράιχ. Μόλις πήραν τον κυβερνητικό έλεγχο, οι Ναζί γνώριζαν ότι μπορούσαν να παρατάξουν τον καλύτερο στρατό της Ευρώπης. Θα τον χρησιμοποιούσαν για να διορθώσουν τις αδικίες της Συνθήκης των Βερσαλιών και για να εξαλείψουν όλες τις πρόσφατες ταπεινώσεις της Γερμανίας.Ύστερα από αυτό, αποσκοπούσαν στο να επεκτείνουν το γερμανικό κράτος στην Ανατολή, στο να μετοικήσουν στο «ζωτικό τους χώρο», το Lebercsraum, στο να κανονίσουν το «βρομερό μείγμα» των Σλάβων και των Εβραίων που ζούσάν σ’ αυτόν, και στο να κατασκευάσουν μια φυλετικά καθαρή «βάση αίματος» για το Χιλιετές Ράιχ. Για τους ξένους, αυτό το σχέδιο -πόυ είχε πολύ καλά δημοσιοποιηθεί από το 192β, στο «Mein Kampf» («Ο Αγών μου») του Χίτλερ- φαινόταν υπερβολικά φανταστικό για να εκφραστεί με λόγια. Αλλά οι ηγέτες των ναζί το εννοούσαν απολύτως. Επιδίωξαν την υλοποίηση του σχεδίου τους με όλο και επιταχυνόμενη αφοσίωση. Το Σεπτέμβριο του 1944, όταν το Ράιχ βρισκόταν στο χείλος της ήττας, ο Χίτλερ σκεφτόταν την ολοκληρωτική ισοπέδωση της Βαρσοβίας, της μεγαλύτερης κάποτε πόλης μεταξύ των σλαβο-εβραϊκών πόλεων, την οποία οι δυνάμεις του των SS ετοιμάζονταν να ολοκληρώσουν, και αγαλλιούσε. «Αυτή η πόλη», έλεγε στο Χίτλερ, «μας κλείνει το δρόμο προς την Ανατολή επί 700 χρόνια… Θα πάψει να αποτελεί πρόβλημα για τα παιδιά μας και για όλους όσοι μάς ακολουθούν»47. Ήταν πεποίθηση των ναζί ότι μια ήττα στο στρατιωτικό πόλεμο ήταν μικρότερης σημασίας από μια νίκη στο «φυλετικό πόλεμο».
Ωστόσο, στην πολιτική των ναζί απέναντι στους Εβραίους δε φαίνεται να δόθηκε ιδιαίτερη προτεραιότητα για αρκετά χρόνια. Οι φρικτοί «Νόμοι της Νυρεμβέργης» εκδόθηκαν το 1935 και απαγόρευαν τις σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ Εβραίων και Αρίων, διέλυαν οικογένειες και ενθάρρυναν κάθε είδους ενόχληση σε βάρος των Εβραίων. Δεν εγκαινίασαν όμως μια εποχή πογκρύμ. και πολλοί I ερμανοεβραίοι μπόρεσαν να μεταναστεύσουν. Η πρώτη πράξη σημαντικής αντισημιτικής βίας παρουσιάστηκε κατά τη Νύχτα των Κρυστάλλων, της 9ης προς 10η Νοεμβρίου 1938, όταν σκοτώθηκαν περίπου 100 Εβραίοι. Όμως ο φόρος του αίματος δεν ‘ήταν τεράστιος και η ναζιστική εκστρατεία ευθανασίας του 1938-39 -που δεν αφορούσε αποκλειστικά στους Εβραίους- ήταν αυτή που πρέπει να θεωρηθεί ως η πρώτη πράξη γενοκτονίας του Χίτλερ. Ακόμα κι όταν έγινε η εισβολή στην Πολωνία και τρία εκατομμύρια Εβραίοι βρέθηκαν υπό ναζιστικό έλεγχο, δεν υπήρξε καμιά σπουδή για τη θανάτωσή τους. Η πρώτη ναζιστική εκστρατεία μαζικής δολοφονίας στην Πολωνία, είχε ως στόχο της τους Πολωνούς διανοούμενους. Οι Εβραίοι μαντρώθηκαν σε γκέτο που χτίστηκαν από τους ναζί και υπέστησαν πολύ βάναυση συμπεριφορά, αλλά οι SS διαμορφωτές τής πολιτικής φαίνονταν διατακτικοί. Αυτό ενίσχυσε την εντύπωση ότι αντικειμενικός τους σκοπός θα μπορούσε όντως να είναι η μετεγκατάσταση. Ακόμα κι όταν άρχισε η «Τελική Λύση», το 1941-42, συγκαλύφθηκε αποτελεσματικά48.
Ο Κομμουνισμός, όμοια με το Φασισμό, γέννησε ένα παγκόσμιο κίνημα με πολλές παραλλαγές. Ανάμεσά τους, ο Λενινισμός, ο Σταλινισμός, ο Τροτσκισμός, ο Τιτοϊσμός και ο Μαοϊσμός. Χάρη στον αυτοπροσδιορισμό του ως «της μόνης αληθινής μορφής σοσιαλισμού», θεωρούσε εαυτόν την πρωτοπορία της Αριστεράς. Σε πολλές κατατάξεις της πολιτικής επιστήμης παρουσιάζεται ως «άκρα αριστερά», κατ’ ανιστοιχία με τους φασίστες της «άκρας δεξιάς». Στην πραγματικότητα, όμοια με το Φασισμό, αντλούσε κι ο ίδιος από το δικό του μείγμα αριστερών και δεξιών χαρακτηριστικών. Ήταν επαναστατικός-ριζοσπαστικός, και, έχοντας ανατρέψει το επαναστατικό καθεστώς που ανέτρεψε τον τσάρο, κέρδισε το μεγαλύτερο κράτος της υδρογείου και το μετέτρεψε στο μεγαλύτερο πολιτικό πειραματικό εργαστήριο των αρχών του 20ού αιώνα. Το επίσημο όνομά του ήταν «Μαρξισμός-Αενινισμός», δηλαδή η λενινιστική βελτίωση του Μαρξισμού. Κατευθυντήριο όμως ήθος του παρέμεινε το ήθος μιας πολιτικο-θρησκευτικής σέκτας, μιας μικροσκοπικής ομάδας μαχόμενων «συντρόφων», εντελώς φανατικών, εντελώς απορροφημένων από τον εαυτό τους, εντελώς ανίκανων να ανεχθούν την αντιγνωμία και εντελώς αδίστακτων. Επιπλέον, από τότε που οι Μπολσεβίκοι του Λένιν πήραν στα χέρια τους τα ηνία της ισχυρής Ρωσίας, ο κόσμος τούς πήρε στα σοβαρά, όχι απλώς ως επιτυχημένους επαγγελματίες της πολιτικής, αλλά και ως σύγχρονους πολιτικούς διανοητές. Η ισχύς έφερε την απερίσκεπτη κολακεία. Το ένα αποτυχημένο πείραμα ακολουθούσε το άλλο. Όμως πολλοί ξεροκέφαλοι καθηγητές έγραψαν ογκώδη βιβλία γεμάτα θαυμασμό. Οι συνοδοιπόροι τους ανάμεσα στους Δυτικούς διανοούμενους, έκαναν ουρά για να τους κολακέψουν. Κολοσσιαίες κακοποιήσεις πέρασαν απαρατήρητες. Πρακτικά, οι κομμουνιστές αποδείχτηκαν ανίκανοι σχεδόν στα πάντα εκτός από την κατασκοπεία, την απάτη και τον πόλεμο. Χρειάστηκε να περάσουν 74 χρόνια, και δεκάδες εκατομμύρια από χαμένες ζωές, για να καταρρεύσει το σύστημα μόνο του, και για να συνειδητοποιήσει ο κόσμος ότι η συγκεφαλαίωση του μπολσεβικικού πειράματος ήταν μιά «ανθρώπινη τραγωδία»49.
Το μαρξιστικό μέρος του Μαρξισμού-Λενινισμού ήταν αυτό που έδωσε τον κύριο όγκο της θεωρίας. Ο διαλεκτικός υλισμός, δηλαδή η σύγκρουση αντίθετων δυνάμεων κινούμενων από κοινωνικοοικονομικές αντιφάσεις, πρόσφερε ένα ευέλικτο φιλοσοφικό εργαλείο για την ερμηνεία όλων των πτυχών της ανθρώπινης ζωής. (Μιας και χρησιμοποιήθηκε για νά εξηγήσει το σύνολο της ανθρώπινης Ιστορίας, έγινε επίσης γνωστός και ως ιστορικός υλισμός). Η πολιτική ορίστηκε ως σύγκρουση ανάμεσα στις δυνάμεις της προόδου (που τώρα καθοδηγούνταν από τους Μπολσεβίκους) και τις δυνάμεις της «αντίδρασης» (που καθοδηγούνταν από τους εχθρούς των Μπολσεβίκων). Η κοινωνία θεωρούνταν μια αναβράζουσα μάζα ανταγωνιζόμενων ομάδων που δε θα μπορούσε ποτέ να ηρεμήσει μέχρι να αναδυθεί θριαμβεύτρια η εργατική τάξη που «οδηγούσαν οι Μπολσεβίκοι». Η οικονομία ήταν μια σφαίρα όπου τα δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο των «μέσων παραγωγής», δηλαδή τους ενεργειακούς πόρους, τις μεταφορές, τη (βιομηχανία και τη γεωργία. Οι διεθνείς σχέσεις κατάντησαν μια σύγκρουση ανάμεσα στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο (την ΕΣΣΔ και τους συμμάχους της) και το καπιταλιστικό στρατόπεδο (του οποίου ηγείτο μια ποικιλία «αντισοβιετικών» ιμπεριαλιστών, τραπεζιτών και επιχειρηματιών). 0 διαλεκτικός υλισμός ήταν ο κινητήρας της μαρξιστικής Ιστορίας. Απο- τέλεσε οδηγό του μέλλοντος, αλλά και εξήγηση του παρελθόντος. Σύμφωνά με τη «σπειροειδή εξέλιξη», το ανθρώπινο είδος ήταν γραφτό να περάσει από πέντε διαδοχικά στάδια εξέλιξης. Οι mo προηγμένες χώρες -δηλαδή η Βρετανία και η Γερμανία- είχαν ήδη φτάσει στο προτελευταίο στάδιο, όπου κυριαρχούσε ο καπιταλισμός, και μετά το οποίο, μια επανάσταση που θα εξαπέλυαν οι αντιπρόσωποι της εργατικής τάξης θα κήρυσσε την αταξική εποχή του σοσιαλισμού.
Ο Μαρξ, που πέθανε το 1883, δεν έζησε για να δει την επανάσταση. Αλλά οί μαθητές του στη Σοβιετική Ρωσία έσπευσαν να ισχυριστούν ότι τον Οκτώβριο του 1917 είχαν φέρει σε πέρας τις εντολές του. Στην πραγματικότητα, ως Γερμανός εξόριστος που ζούσε στο Λονδίνο, ο Μαρξ είχε φυσικά υποθέσει ότι η επανάσταση θα γινόταν αυτόματα σε κάποια από τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπου υπήρχε ήδη ένα ισχυρό προλεταριάτο. Μια οπισθοδρομική αγροτική χώρα, όπως η Ρωσία, όπου το προλεταριάτο ήταν ασήμαντο, δε φαινόταν κατάλληλη. Γιατί ο Μαρξ δε σχεδίαζε την αλλαγή μέσω της μαζικής βίας. Αντίθετα, καθώς εργαζόταν επί της θεωρίας του στο αναγνωστήριο του Βρετανικού Μουσείου, συντηρούμενος από το φίλο του Φρίντριχ Ένγκελς, που ήταν βιομήχανος του Μάντσεστερ, ο Μαρξ σκεφτόταν κάποιες κοινωνικο-πολιτικές διεργασίες οι οποίες ωρίμαζαν από μόνες τους και οι οποίες κάποια μέρα θα έφερναν την επανάσταση «σαν ένα μήλο που πέφτει από το δέντρο». Από αυτή την άποψη, δεν είναι παράλογο να υποθέσουμε ότι θα στριφογυρνούσε μέσα στον τάφο του, αν έβλεπε πώς είχαν πραγματικά καταντήσει τις θεωρίες του οι Μπολσεβίκο!













