Ομιλία της Εύης Λειβαδά στα αποκαλυπτήρια του Ηρώου στο Λάλα

Ομιλία στα αποκαλυπτήρια του Ηρώου Κεφαλλήνων και Ζακυνθίων πεσόντων στο Λάλα (3/7/22):

Παράξενος, άγνωστος και ασυνήθιστος φάνηκε στα μάτια των Τουρκαλβανών ο εχθρός που πρωτοπαρουσιάστηκε την άνοιξη του 1821 μέσα στο οχυρό του Λάλα, μέσα στην καρδιά του μικρού αρπακτικού κρατιδίου που έτρεμαν οι Έλληνες του Μωριά και φοβούνταν κι αυτοί ακόμα οι Τούρκοι μπέηδες κι αγάδες της Τριπολιτσάς.

Δεν είχαν ποτέ ξαναδεί τόσο φανταχτερές στολές οι Λαλαίοι. Ούτε είχαν ξανα-αντιμετωπίσει σύγχρονου ευρωπαϊκού τύπου τηλεβόλα. Ούτε ποτέ είχε τολμήσει να παραταχθεί απέναντί τους ένα στρατιωτικό σώμα, που απεδείχθη άρτια οργανωμένο, με αυστηρή πειθαρχία και τάξη, με έμπειρους αξιωματικούς με γνώση τακτικής πολέμου. Κι ούτε ποτέ μέχρι τότε οι αντίπαλοί τους είχαν δείξει τόσο πείσμα, τόση αποφασιστικότητα, τόσο δυναμικό ενθουσιασμό, τόση αξιοσημείωτη ψυχραιμία, και εμμονή για υπεράσπιση των θέσεων, σκοπών και αξιών τους μέχρι θανάτου –αξιών που εμπνέονταν συνειδητά κι ασυνείδητα, από τον μαγνήτη του γένους των Ελλήνων-. Εδραιωμένοι στην αναμφισβήτητη μέχρι τότε υπεροχή τους οι ισχυροί και πλούσιοι ληστοπολεμιστές, υποτίμησαν τον πολέμιο.  Έτσι, την αρχική σαστιμάρα τής μέχρι τότε άτρωτης μουσουλμανικής αυτής πάνσπερμης σκληρής και άγριας ράτσας, διαδέχθηκε ο φόβος. Κι ύστερα ήρθε το δέος. Και τέλος ο πανικός. Η άτακτη φυγή των φιλάρπαγων Λαλαίων, κι η πυρπόληση του απρόσιτου λησταρχείου τους θεμελίωσαν την Επανάσταση κι έδωσαν φτερά στη λευτεριά.

Η νίκη αυτή ήταν το ριζοβόλημα τής περαιτέρω πορείας του Μεγάλου Αγώνα. Ενός αμιγώς ρωμαίικου Αγώνα, με τα συν και τα πλην του, που ξεκίνησε χωρίς καμμιά βοήθεια, ούτε από Δύση, ούτε από Ανατολή. Αυτός ήταν πράγματι ο πρώτος αγώνας των σκλαβωμένων Ελλήνων που δεν είχαν να περιμένουν τίποτα από κανέναν πλέον. Οι ταπεινωτικές συνθήκες που βίωναν, καλλιέργησαν και ποδηγέτησαν την οργή και την αγανάκτηση. Κι η πίεση αυτή, ενεργοποίησε τον δυναμισμό, την ορμή, τη μαχητικότητα, την ασυλλογισιά, τον άκρατο ενθουσιασμό. Οι κατά καιρούς υποσχέσεις είχαν ξεθωριάσει στο κύλισμα των αιώνων κι οι λόγιοι κι επιφανείς Έλληνες απογοητεύτηκαν από το να πηγαινοέρχονται -δίκην «επαίτη»- στις μεγάλες Αυλές της Δύσης.

Οι καταπιεσμένοι ρωμιοί, ξεκίνησαν χωρίς όπλα. Χωρίς πυρομαχικά. Χωρίς προετοιμασία. «Και πώς θα σκοτώσω τον οχτρό;» ρώτησε ένας νεαρός βοσκός τον Γέρο του Μωριά για να πάρει απάντηση: «Μα … με τη γκλίτσα σου. Και με τις πέτρες. Κι ύστερις, θα του πάρεις τα όπλα. Και θα’ χεις έτσι τα δικά σου»! Αυτός ο διάλογος που είναι πέρα για πέρα αληθινός, αποκαλύπτει τα πάντα για την μοναδική Ελληνική Ψυχή!

Αυτή λοιπόν η Ελληνική Ψυχή σκότωσε τον μογγόλο κατακτητή με γκλίτσα, με ξινάρι, τσεκούρι και δρεπάνι, κι απόκτησε τουφέκι. Αυτός ο πρώτος κλεφτοπόλεμος με τα γιουρούσια του, ήταν ασύντακτος, ανοργάνωτος, περιστασιακός. Είχε αγανάκτηση, ψυχική ορμή, οργή και παραφορά. Αυτόν όμως είχαν συνηθίσει οι εμπειροπόλεμοι διαγουμιστές. Έτσι, όταν είδαν απέναντί τους το ευρωπαϊκό σώμα μόνο Κεφαλλήνων και Ζακυνθινών που προσέτρεξαν εθελοντικά σε βοήθεια των ομοεθνών τους Ηλείων, αιφνιδιάστηκαν. Είχε όμως δράσει μαγικά η έλκουσα κεντρομόλος δύναμη του Έθνους, που αιώνες αποτυπώνεται από το ηροδοτικόν «όμαιμον, ομόγλωσσον, ομόδοξον, ομότροπον», και καθορίζει τη μια συνισταμένη: την Ελληνικότητα.

Σαν μια φλόγα Θεού, «από μηχανής», σαν την φλόγα της Ανάστασης, που άναψε όμως από τον βορρά, επεκτάθηκε εν ριπή οφθαλμού στον πελοποννησιακό νότο, κι εκμηδένισε τα τότε μέτρα επικοινωνίας κι αυτό ακόμη το ταχύ πέρασμα του χρόνου, συνεπήρε ολόψυχα, συσπείρωσε και θέριεψε το Έθνος των Ελλήνων που ήταν πάντα εκεί, αιώνες αιώνων, και λαγοκοιμόταν, υποταγμένο μισό στην Ανατολή, μισό στη Δύση. Η πρωτόγνωρη κοσμογονία της Επανάστασης συνεπήρε με τρόπο θαυμαστό κάθε Έλληνα. Κι αυτοί οι Κεφαλλονιτο-Ζακύνθιοι δεν θα έλειπαν φυσικά από το κάλεσμα της πατρίδας. 

Αν και αριθμητικά υπέρτεροι οι Λαλιώτηδες από τους νοτιο-Ιόνιους- και όχι γενικώς Επτανησίους ως ο Κωνσταντίνος Μεταξάς μάς διορθώνει στα «Απομνημονεύματά» του-, ήταν σαφέστατα υποδεέστεροι οργανωτικά. Οι αντιμαχητές τους είχαν υπηρετήσει στα Γαλλικά κι αργότερα στα Αγγλικά τάγματα, είχαν μάθει τρόπους και τακτικές πολέμου, ήξεραν να υπακούουν σε μια διοίκηση, γνώριζαν χειρισμό σύγχρονων οπλικών συστημάτων, είχαν σώμα μουσικό με τύμπανα και σάλπιγγες, κι ακολουθούσαν, δική τους, ευρωπαϊκού τύπου, ενδυματολογική γραμμή, που προκάλεσε αρχικά μεγάλη έκπληξη και γέννησε απορίες στους άγριους των πελοποννησιακών ορέων ότι είχαν απέναντί τους …Ευρωπαίους.

Αυτό λοιπόν το σώμα, συσπείρωσε γύρω του πολλούς δυτικο-Πελοποννησίους που είχαν λίγο πριν ξεκινήσει στη Γαστούνη, στον Πύργο, στην Αγουλινίτσα, στο Κλειδί, στο Λατζόι, τις δικές τους επιθέσεις κατά του ζυγού τους, είχαν υποστεί βαριές απώλειες –τον μεγάλο ήρωα του Πύργου Χαράλαμπο Βιλαέτη, κι ύστερα τον Γεώργιο Πλαπούτα-, και η δυσμενής εξέλιξη, τούς είχε γεμίσει απαισιοδοξία κι είχε κάμψει το ηθικό τους. Οι νότιο-Ιόνιοι κάτω από τους Μεταξά, Φωκά και Πανά, ενίσχυσαν ηθικά και υλικά τούς αποκαρδιωμένους μαχητές. Η άνετη καταβολή μεγάλων χρηματικών ποσών που διέθεσαν στον αγώνα των ομοεθνών τους, η πολεμική βοήθεια, η είδηση πως ήρθαν για ενίσχυση του αγώνα «οι επισημότεροι της Κεφαλληνίας νήσου» και η πομπώδης προκήρυξη που υπέγραψαν οι επικεφαλής ως «Αρχηγοί και Στρατηγοί των Ηνωμένων Δυνάμεων της Επτανήσου» διόγκωσε τη φήμη, ενίσχυσε αυτόματα το ηθικό, συγκέντρωσε πολυάριθμες ομάδες χωρικών με ντόπιους ψυχωμένους αρχηγούς, έδωσε ώθηση στους κλονισμένους ήρωες του Μωριά που ένοιωθαν πλέον ασφάλεια και σιγουριά δίπλα στους νησιώτες τούς οποίους άρχισαν με θαυμασμό να μιμούνται. -Αυτή η αξιοπιστία και το υψηλό κι ομόθυμο επίπεδο μαχητικής ικανότητας ήταν οι βασικές ιδιότητες που ακολουθούσαν τους Επτανησίους μέχρι το τέλος του Μεγάλου Αγώνα-.

Εφαρμόστηκε τακτική αποκοπής των Λαλιωτών από την Τριπολιτσά, έγινε κοινή σύσκεψη των αρχηγών και αποφασίστηκε κοινή δράση παραβίασης της απόρθητης ληστοφωλιάς των μουσουλμάνων δυναστών, που έβλεπαν έξω από τα σπίτια τους πλέον, έναν εχθρό ικανό, σοβαρό, οργανωμένο, αυστηρά πειθαρχημένο και ολοκληρωτικά ανενδοίαστο.  Κι όταν οι Πελοποννήσιοι άρχισαν διαφωνίες για τις επιχειρήσεις, οι νοτιο-Ιόνιοι εκνευρίστηκαν, έκοψαν τον γόρδιο δεσμό, κι όλοι μαζί με συνεχείς επιθέσεις δεν άργησαν να εισέλθουν θριαμβευτικά στο εγκαταλελειμμένο πλέον άντρο –θησαυροφυλάκιο των Λαλαίων, το οποίο, αφού λεηλάτησαν, πυρπόλησαν από άκρη σε άκρη απαλλάσσοντας τον Μωριά από την τυραννική αυτή fara.

Οι Κεφαλλονιτο-Ζακύνθιοι εθελοντές όταν επέστρεψαν στα νησιά τους, βρέθηκαν αντιμέτωποι με καταδικαστικές προκηρύξεις –αν και ήδη προ αναχώρησής τους, και με το τέχνασμα που σκαρφίστηκαν για να αποχωρήσου, γνώριζαν τι θα τους περίμενε κατά την επιστροφή-. Αντιμετώπισαν  οι «εγκληματίες και αξιοκατάκριτοι» -κατά τους φιλότουρκους κυβερνώντες- ποικίλες διώξεις, απειλές, φοβερές ποινές, φυλακίσεις, δημεύσεις περιουσιών από την αγγλική διοίκηση που προσπαθούσε επί ματαίω ως αποικιακή δύναμη να μετασχηματίσει /αλλοιώσει / διαφθείρει τον χαρακτήρα των Ορθόδοξων Επτανησίων στοχεύοντας  στην νομιμοποίηση της κυριαρχίας τους στα Ιόνια, ως ήδη είχαν επιτυχώς –μέχρι τότε- εφαρμόσει στα πέρατα του κόσμου –εγκαθιδρύοντας την αχανή Βρετανική Αυτοκρατορία. Προσέδωσαν άκριτα, συλλήβδην, στους αποικιοκρατούμενους τουρκικά-οθωμανικά χαρακτηριστικά, αψηφώντας τον διαιώνιο ελληνικό πολιτισμό που αυτόματα όριζε την ύπαρξή τους, μη υπολογίζοντας τον Διαφωτισμό, τον καταλυτικό ρόλο που διαδραμάτισε η ίδρυση τής Επτανήσου Πολιτείας, και την ζωογόνο έρειση/ισχυρή ώθηση της επτανησιακής οικονομίας, του εμπορίου και της ναυτιλίας κι έτσι, ήρθαν σε ευθεία σύγκρουση με τους ντόπιους.

Οι μαχητές στο Λάλα/Πούσι με την απότολμη πράξη τους, είχαν ποτίσει κι αυτοί τον σπόρο της Ελληνικής Εθνικής υπόθεσης: -Βέβαια δεν μπορούμε να μιλάμε για συγκροτημένη αίσθηση εθνικής ταυτότητας. Αλλά για αναζήτηση της «συνένωσης και παλιγγενεσίας όλης της ελληνικής φυλής». Ούτε μπορούμε να αναζητούμε μέσα στη λάβα του Αγώνα ηθική ακεραιότητα. Όμως επιβάλλεται να μιλάμε για αυτοθυσία και για ακροβατικούς ηρωϊσμούς πέρα από τα όρια-.

Εκατοντάδες Επτανήσιοι μέχρι το τέλος του Αγώνα, μέχρι και την μάχη στην Πέτρα –αν και βέβαια, τους συναντούμε και στην αρχή στη Μολδοβλαχία-, ήταν ενεργά παρόντες στο πλευρό των αγωνιζομένων αδελφών τους, ενισχύοντας την -συνειδητή ή ασυνείδητη- γνώση της ύπαρξης ενιαίου Ελληνικού Έθνους και ευοδώνοντας έτσι την Ελληνική Επανάσταση. Με θυσίες, θανάτους, απογοητεύσεις, δισταγμούς, διλήμματα συγκροτήθηκε εθνικό κράτος. Έγινε τελικά το θαύμα και τόλμησε να ορθωθεί ανάμεσα στην αυτοκρατορική απολυταρχική Ευρώπη και στη δεσποτική Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτό που λέμε σήμερα –και θεωρούμε αυθύπαρκτο και αυτονόητο- «Ελληνικό Κράτος». Για αυτό, κανένας Έλληνας στα πεδία των μαχών δεν πέθανε άδοξα. Κι οι επώνυμοι πρωταγωνιστές του Μεγάλου Αγώνα που έχουν μνημειοποιηθεί, δίκαια έχουν πάρει μυθικές διαστάσεις, και ακόμα πιο σωστά, οι όποιες αστοχίες, τα όποια λάθη κι ελαττώματά τους, μικρά ή μεγάλα έχουν συγχωρηθεί από το τρανό αποτέλεσμα, από την Ιστορία, από την αιωνιότητα την ίδια. Κι αφού πήρε σάρκα κι οστά η γεωγραφικά έστω «μικρή» Ελλάδα, με τη σειρά της, αντιδώρισε στην Επτάνησο την δική της ελευθερία.

Ευρυδίκη Λειβαδά