Ο Αληθής Αγώνας των Αληθών Ριζοσπαστών

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Ριζοσπαστικός, Ριζοσπαστισμός, λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά κόρον, σε κάθε χρονική στιγμή και από όλο το πολιτικό φάσμα (από την εφημερίδα επίσημο όργανο του Κ.Κ.Ε., μέχρι την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (Ε.Ρ.Ε.) του Κωνσταντίνου Καραμανλή), με αποτέλεσμα να καταντήσουν άνοστη καραμέλα -που εσχάτως γλείφει μέχρι και ο Τάιλερ- και αυτοί που πρώτοι ονομάστηκαν έτσι, οι αληθινοί Ριζοσπάστες, να έχουν ξεχαστεί.

Για τους μη Επτανήσιους αναγνώστες να θυμίσουμε σε αδρές γραμμές ότι Ριζοσπάστες ονομάστηκαν όσοι διεξήγαγαν τον αγώνα για την Ένωση της Επτανήσου με την μητέρα Ελλάδα, από την δημιουργία του Ελληνικού Κράτους μέχρι και την 21η Μαΐου 1864, όταν ολοκληρώθηκε και τυπικά η Ένωση.

Για να θυμίσουμε, όμως, σε Επτανήσιους και μη ποιοι ήταν οι αληθείς Ριζοσπάστες και ποιος πραγματικά ο αγώνας τους στις λίγες γραμμές ενός άρθρου, θα πρέπει να δούμε από τα πολλά στοιχεία που τους διαφοροποίησαν ποιο είναι εκείνο που ακόμα τους διαφοροποιεί.

Αυτό το μέχρι σήμερα διαφοροποιητικό χαρακτηριστικό των Ριζοσπαστών και του Αγώνα τους (ίσως και ο λόγος που έχουν τεχνηέντως ξεχαστεί) είναι, με λίγα λόγια,, ότι υπήρξαν πολιτικοί αγωνιστές που δεν μπήκαν μπροστά από τον λαό, ούτε τον ακολούθησαν, αλλά σήκωσαν οι ίδιοι στους ώμους τους όλο το βάρος και την ευθύνη του Αγώνα.

Έχοντας να αντιμετωπίσουν την Αυτοκρατορία της Μεγάλης Βρετανίας, υπερήφανη θαλασσοκράτειρα Ατλαντικού, Ειρηνικού και Μεσογείου και βλέποντας τον λαό των Επτανήσων εξαθλιωμένο και αδύναμο από τα χρέη που του φόρτωνε η εκμετάλλευση και τοκογλυφία του «αρχοντολογιού», οι Ριζοσπάστες δεν περίμεναν να «θελήσει η Θεία Πρόνοια» και «να ευδοκήσει η Προστάτις Αγγλία» για την Ένωση, όπως οι πολιτικοί τους αντίπαλοι οι μεταρρυθμιστές, ούτε να ωριμάσουν οι συνθήκες της «πάλης των τάξεων». Αντιλαμβανόμενοι ως αιτία των πολιτικών και κοινωνικών δεινών του τόπου την «ξενοκρατία», με γενναιότητα και ενάργεια επέλεξαν τον πιο ευθύ τρόπο για να την εκριζώσουν: τον κοινοβουλευτισμό, κατά πρώτο λόγο και την ελευθεροτυπία, «προνόμια» που μόλις είχε παραχωρήσει η «Προστασία» στους Επτανησίους (και τα οποία, λόγω των Ριζοσπαστών, βλαστήμησε την ώρα και τη στιγμή που τα παραχώρησε). Ξεκίνησαν έτσι μέσα από την Ιόνιο Βουλή έναν αγώνα, όχι απλώς κατά της πολιτικής της Προστασίας, αλλά κατά του ίδιου του Πολιτεύματος, κατά του κοινωνικού καθεστώτος, κατά της πανίσχυρης βρετανικής διπλωματίας.

Το πόσο ανησύχησε την «Προστασία», ο τρόπος αυτός αγώνα, της μάχης δηλαδή που δίνεται από τον ίδιο τον πολιτευόμενο, το δείχνουν όχι μόνο οι εξορίες των δύο αρχηγών του Ριζοσπαστισμού, του μέχρι το τέλος αγέρωχου Ηλία Ζερβού – Ιακωβάτου και του Ιωσήφ Μομφεράτου, αλλά κυρίως το ότι η αγγλοϊόνιος συμμορία, η ίδια η «Προστασία», δηλαδή και οι εντόπιοι συνεργάτες της οι «καταχθόνιοι» τυχοδιώκτες και συμπλεγματικοί ψωράρχοντες, επιθυμώντας την εξέγερση ενός λαού ανήμπορου, βούτυρο στο ψωμί του κάθε τύραννου, οργάνωσε την πιο χυδαία ίσως προβοκάτσια της Ελληνικής Ιστορίας την «Εξέγερση της Σκάλας» το 1849, την οποία σαν έτοιμος από καιρό, έσπευσε να καταπνίξει ο Αρμοστής Ουάρδος, χρησιμοποιώντας την «πολιτισμένη» Αγγλική θηλιά και το «εκλεπτυσμένο» Βρετανικό μαστίγιο.

Οι Ριζοσπάστες, οι περισσότεροι εξ αυτών αρχοντικής καταγωγής, δεν έγιναν υπερασπιστές του λαού με κάποιον μεταφυσικό τρόπο. Απλώς, οι συνθήκες στην εποχή που έδρασαν ήταν τέτοιες (ξενοκρατία» βασιζόμενη στην απόσπαση του λαού από την γη και το μόχθο του διά των τοκογλυφικών δανείων), που σε συνδυασμό με την άρτια μόρφωσή τους, τούς οδήγησε να κατανοήσουν ότι ελευθερία δεν υπάρχει χωρίς ελεύθερη πατρίδα, και ελεύθερη πατρίδα δεν υπάρχει χωρίς ελεύθερο λαό.

Η Ένωση της Επτανήσου δεν έγινε στον χρόνο και με τον τρόπο που ήθελαν οι Ριζοσπάστες και γι’ αυτό, με την ειλικρίνεια που τους χαρακτήριζε, αντέδρασαν σε αυτή. Δεν ηττήθηκαν όμως τότε. Ηττώνται κάθε φορά, που δεν αντιλαμβανόμαστε ότι δεν υπάρχει ελευθερία, «οπού βασιλεύει ξένος», κάθε φορά που βασιζόμαστε σε ανθρώπους όχι πρόθυμους να παίξουν το κεφάλι τους για το κοινό καλό, αλλά πρόθυμους να παίξουν το δικό μας κεφάλι για το δικό τους καλό, κάθε φορά που απέχουμε από την ψηφοφορία νομίζοντας ότι «τους κάνουμε τα μούτρα κρέας», κάθε φορά, τέλος, που αχρηστεύουμε το μόνο αποτελεσματικό και άμεσο όπλο που μας έμεινε -και που δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα το έχουμε: την ψήφο μας.