Ο Απόστολος Παύλος και η Κεφαλονιά

Θεώρησα αναγκαίον να επανέλθω και να γράψω κάποιες πληροφορίες, διότι εκκλησιαζόμενος σε ναούς του νησιού μας ακούω να μνημονεύεται ο Παύλος ότι ίδρυσε εκκλησία στο νησί. Διά τούτο δημοσιεύομεν το κείμενον των Πράξεων προς γνώσιν και πληροφορίαν παντός καλοπροαίρετου αναγνώστη και μάλιστα χριστιανού.

Και προχωρούμε στην εξήγησιν του ιστορικού ταξιδίου καθ’ ότι ο γράφων υπήρξε ιδιοκτήτης ξυλίνου φορτηγού παραδοσιακού σκάφους και κυβερνήτης και πλοίαρχος ποντοπόρων πλοίων, περιπλεύσας όλες τις θάλασσες του βορείου ημισφαιρίου της Γης μας. Θα μπορούσα να σας αναφέρω και πληροφόρηση και γνώσεις για τα ιστιοφόρα πλοία και την χρησιμοποίησίν τους, σκοπός μου δεν είναι να μακρηγορήσω.

Το πλοίον του ναυαγίου είναι το δεύτερον σκάφος στο οποίον επιβιβάζεται ο Παύλος με λιμάνι απόπλου τα Μύρα της Λυκίας. Το πρώτο πλοίον ένα Αδραμυτινόν φορτηγόν τον μετέφερε από την Καισάρειαν και τον αποβίβασε στα Μύρα. Αποπλέει λοιπόν το φορτηγόν σιταγωγόν φορτωμένο σιτάρι με προορισμόν επίνειον της Ρώμης. Πρόκειται για πλοίον μήκους 45 περίπου μέτρων με διπλά καταστρώματα, αιγυπτιακής κατασκευής, τύπου Νάβα. Παρέπλευσε κάποια παράλια της Ασίας και επορεύθη προς την Κρήτην. Πλησιάζοντας την ακτήν Σαλμώνη, συνεχίζει τον παράπλουν της Νήσου Κρήτης και καταπλέει στον όρμον των Καλών Λιμένων. Για κάποιον λόγον που δεν διασαφηνίζεται στην περιγραφήν του πλου περνά άσκοπα ικανός χρόνος ημερών και δημιουργείται πρόβλημα αν πρέπει να συνεχίσουν τον πλουν ή να παραμείνουν στον όρμον και να περάσουν εδώ τον χρόνον του χειμώνος. Τελικά κάνουν σύσκεψη πλήρωμα, στρατιώτες και επιβάτες και αποφασίζουν να μεθορμίσουν στον όρμον του Φοίνικα που βρίσκεται δυτικότερα στα παράλια της Κρήτης. Ο καιρός (Άνεμος) φυσά από νοτιά μετρίας εντάσεως και ξεκινά το πλοίον. Περνώντας το ακρωτήριον Λιθερό της Κρήτης μπαίνουν στον χώρον της θάλασσας του Μεσαρά. Εδώ όμως ο καιρός αλλάζει και γίνεται Γρεγολεβάντες με δύναμη τυφώνος και αρχίζουν πλέον τα προβλήματα και οι δυσκολίες. Το πλοίον με αυτόν τον καιρό δεν μπορεί να πλεύσει κόντρα στον καιρό για να πλησιάσει τις ακτές και παρασυρόμενο παίρνει πορεία πλεύσεως προς νοτιοδυτικά, έχοντας τον καιρό κατάπρυμενα. Φθάνουν και παραπλέουν το νησί της Γαύδου και στο υπήνεμο του νησιού παίρνουν πάνω την βάρκα που χρησιμοποιείται για διάφορες κινήσεις του πλοίου. Πρόκειται για ένα σκάφος 5-6 μέτρων που άνετα μπορεί να μεταφέρει 6-8 επιβάτες. Διασώζοντας την βάρκα που ρυμουλκούσαν συνεχίζουν την Ν.Δ. πλεύσιν τους. Βλέπουν την Κρήτη να απομακρύνεται γρήγορα και υπολογίζουν πως με την ταχύτητα που πλέουν την άλλη ημέρα θα βρεθούν κοντά στον κόλπο της Σύρτης. Τότε κατεβάζουν το πανί που είχαν σηκώσει και αφήνουν το πλοίο να πορεύεται παρασυρόμενο από τον άνεμον. Η θάλασσα γίνεται τρικυμιώδης και καταπονούνται από τον κλυδωνισμόν των κυμάτων. Το πρωί διαπιστώνουν διαρροή υδάτων και αντιλαμβάνονται άμεσον κίνδυνον βυθίσεως του πλοίου. Όλην την ημέραν ξεφορτώνουν σιτάρι στην θάλασσα. Το ίδιο κάνουν και την τρίτη ημέραν και μάλιστα πετούν την πανωλοσίαν του πρώτου καταστρώματος δια να ελαφρύνη το σκάφος και ανέβη περισσότερον από το νερό. Σε αυτήν την κατάσταση συνεχίζουν επί αρκετές ημέρες και συνεχιζόμενου του καιρού πλέουν διάφορες κατευθύνσεις, παρασυρόμενο στην ίδια πορεία. Ξημερώνει η δεκάτη, η ενδεκάτη ημέρα και ο Παύλος τους πληροφορεί ότι όλοι θα σωθούν εκτός του πλοίου. Τους πληροφορεί ότι του παρουσιάστηκε την νύχτα Άγγελος Κυρίου και του έδωσε την είδηση αυτή και ότι το πλοίον θα εκπέση σε κάποιο νησί.

Και εφτάσαμε την 14η νύχτα όταν τα μεσάνυχτα το πλήρωμα καταλαβαίνει ότι πλησιάζουν κάποια ξηρά. Επειδή δεν την γνωρίζουν αυτή την ξηρά και φοβούμενοι μήπως εκπέσουν πάνω σε ξέρα ή βραχώδη ακτή, βυθομετρούν και μετρούν πρώτον βάθος 20 οργιές (36) περίπου μέτρα. Περνά λίγος χρόνος και ξαναμετρούν το βάθος και βρίσκουν 15 οργιές (25) περίπου μέτρα. Τότε ρίχνουν 4 ελαφρές άγκυρες από την πρύμνη και ακινητοποιούν το πλοίον προκειμένου να ξημερώσει. Ελαφρύνουν το σκάφος από φορτίον και έρχεται το φως της ημέρας. Τότε διαπιστώνουν ότι βρίσκονται στα παράλια μιας άγνωστης χώρας. Βλέπουν να υπάρχει ένας γιαλός (παραλία αμμώδης) και αποφασίζουν να διευθύνουν το πλοίον και να το προσαράξουν σ’ αυτόν τον Γιαλόν. Ξεφορτώνουν ακόμη μέρος φορτίου και ανοίγουν το μεγάλο πανί του πλοίου τον ατέρμονα (πανί τετράπλευρον που δενόταν σε οριζόντιον δοκόν) και με τον ελαφρόν άνεμον που φυσούσε κατευθύνουν το πλοίον προς τον μυχόν του Γιαλού. Το πλοίον όμως δεν μετακινήθη ευθύγραμμα προς τον Γιαλόν, αλλά παρέκλινεν της πορείας του και προσάραξε μεταξύ της ακτής και μιας βραχονησίδας που σχηματιζόταν διθάλασσον. Διθάλασσον λέγεται η αμμουδιά που βρίσκεται μεταξύ ακτής και νησίδος και τα κύματα περνούν αμφοτέρωθεν. Γίνεται η διάσωσις όλων των επιβατών εν μέσω βροχής και τότε πληροφορούνται ότι το νησί λέγεται (ονομάζεται) Μελίτη. Ο εκατόνταρχος διασώζει τους δεσμίους και εμποδίζει να διαφύγουν οι ναύται από το πλοίον, προφασιζόμενοι ότι θα ρίξουν άγκυρες από την πλώρη. Ο Παύλος όμως γνωρίζει ότι τότε τα πλοία δεν είχαν άγκυρες στην πλώρη. Έδεναν στην ξηρά με την πλώρη και με ελαφρές άγκυρες κρατούσαν το πλοίο σε κάθετον διεύθυνσιν προς την ξηράν. Οι κάτοικοι βοηθούν να στεγνώσουν και να θερμανθούν οι ναυαγοί και κατά την διάρκειαν του στεγνώματος και της θέρμανσης των ναυαγών ένα φίδι οχιά δαγκώνει τον Παύλον στον καρπό του χεριού του. Ο Παύλος δεν υφίσταται κανένα δυσάρεστο αποτέλεσμα και ο πρώτος της νήσου τον καλεί και τον φιλοξενεί τρεις ημέρες στο σπίτι του. Εκεί τον πληροφορεί για τον ασθενή πατέρα του και ο Παύλος τον επισκέπτεται και τον γιατρεύει. Έτσι, όσοι από τους κατοίκους είχαν ασθένειες επισκέπτονται τον Παύλο και τους γιατρεύει. Αυτοί του παρέχουν τα χρειώδη είδη για την παραμονή του στο νησί. Περνά ο μην, χρόνος και τότε βρισκόμενον ένα ίδιο πλοίον με το ναυαγισμένο, παραλαμβάνει όλους τους ναυαγούς και προσεγγίζει αποπλέοντας το λιμάνι των Συρακουσών με πλεύσιν σε χρόνο μικρότερο ημέρας. Παραμένει στο λιμάνι 3 ημέρες και αποπλέει με πορείαν προς ΒΑ και φθάνει στο Ρήγιον. Παραμένει εκεί μία ημέρα το πλοίον  και με πλου δύο ημερών καταπλέει στο λιμάνι των Ποζουόλων. Εδώ αποβιβάζονται οι ναυαγοί και επιβάτες και μετά πορεία 7 ημερών η συνοδεία του Παύλου φθάνει στη Ρώμη όπου χωρίζεται ο Παύλος και του επιτρέπεται να μένει σε χώρον υπό μίσθωσης μαζί με τον φρουρό στρατιώτη του και του δίνεται κάθε ελευθερία επικοινωνίας με το κοινό της Ρώμης. Έτσι πέρασε μια διετία και κάποια στιγμή έγινε η δίκη του, αλλά δεν μας δίνονται λεπτομέρειες για την διεξαγωγή της δίκης και ποια απόφαση κατέληξεν η όλη περιπέτειά του.

Περιγράψαμε το ταξίδι του Παύλου από Καισάρεια μέχρι την Ρώμη. Θα παραμείνωμεν όμως στο νησί της Μάλτας και για κάποια συμπεράσματα που προκύπτουν και αναιρούν κάθε υποψίαν ότι βρισκόμαστε σε κάποιο νησί της δυτικής Ελλάδος και μάλιστα στο νησί της Κεφαλληνίας. Διαβάσατε τα δύο κεφάλαια 27 και 28 από τας Πράξεις που έγραψεν ο Λουκάς και θα συμφωνήσετε ότι τελικά δεν αναφέρεται ο Λουκάς, ούτε η πληροφορία του Άγγελου προς τον Παύλον για νησί στην παραλίαν της Ελλάδος, αλλά κάποιο νησί μικρής εκτάσεως στη δυτική πλευρά της Κεντρικής Μεσογείου, νότια βρισκόμενον της Σικελίας.

Η πληροφορία του Λουκά ότι επιβιβασθέντες σε τρίτο παραχειμάσαν πλοίο στο νησί κατέπλευσεν στο λιμάνι των Συρακουσών σε χρόνον μικρότερον ημερονυκτίου δείχνει πλεύση σε χρόνον ημέρας και αποπλέοντας από τις Συρακούσες πάλι μας πληροφορεί για πλουν ημέρας ως το λιμάνι του Ρηγίου. Το λιμάνι αυτό υπάρχει μέχρι σήμερον και βρίσκεται μεταξύ Σικελίας και Καλαβρίας στο στενό, όπου παρέμειναν λίγες ώρες και στρεφόμενος ο καιρός από Νοτιά προς Βοριά σε δύο ημέρες πλου κατέπλευσεν στους Ποτιόλους.

Για να πλεύσει ένα πλοίον από Κεφαλληνία προς Συρακούσες πρέπει να πλεύσει σε πορεία Β.Δ-Δ με καιρούς αντίθετους λόγω ότι στο Βόρειο Ιόνιο την άνοιξη σπανίζουν οι κατάλληλοι άνεμοι. Το 2014 ή 2015 πέντε ιστιοφόρα του Ναυτικού Ομίλου Συρακουσών έπλευσαν κατευθείαν από Συρακούσες στο Αργοστόλι. Οι καιροί ήταν Γαρμπής και Μαΐστρος. Τα ταχύτερα σκάφη με πανιά και με βοήθεια μηχανής διέπλευσαν τα 260 ναυτικά μίλια της αποστάσεως σε χρόνο 36 ωρών το πρώτο και 38 ωρών το δεύτερο. Τα υπόλοιπα διέπλευσαν την άνω ναυτική απόσταση σε 74-78 ώρες. Επομένως το πλοίο που επιβιβάστηκε ο Παύλος δεν είναι δυνατόν κατά αντίθετον πορεία από Αργοστόλι να πλεύσει σε χρόνον μικρότερον ημέρας ένα ιστιοφόρο φορτηγό και μάλιστα τύπου Νάβα, από Κεφαλληνία στις Συρακούσες. Θα δώσωμεν προσοχήν εις τα όσα μας πληροφορεί ο Λουκάς δια το τρίμηνον παραμονής των στην Μάλτα. Πρώτον ο Λουκάς, Έλληνας ων, ονομάζει τους κατοίκους Βαρβάρους. Αυτό δείχνει ότι στερούνται του σύγχρονου πολιτισμού που έχουν οι λαοί Ρωμαίοι και Έλληνες. Η γλώσσα ομιλίας γενικώς των τότε Βαρβάρων ήτοι τοπικώς και ακατάληπτος από Ρωμαίους και Έλληνες. Ιστορείται ότι οι κάτοικοι της Μάλτας ήσαν Φοινικικής καταγωγής. Μέχρι σήμερον τα Μαλτέζικα είναι μια γλώσσα διάφορος της ελληνικής πλησιάζουσα τις γλώσσες των λαών του Λιβάνου.

Το νησί της Μάλτας είναι μόλις 216 τετραγωνικά χιλιόμετρα και δεν έχει βουνά ή λαγκάδια, ούτε δάση, γι’ αυτό στερείται και επαρκούς νερού. Τα πετρώματα του εδάφους του είναι πυριτικά και σ’ αυτά οφείλεται το χρώμα των πετρωμάτων του, χρώμα μελί. Αν είχαν εκπέσει στην Κεφαλληνία θα μας περιέγραφε πολλές διαφορετικές εικόνες και περίεργα, για κρύο, χιόνια, δύσκολους ανέμους και δυνατές βροχές που συμβαίνουν στην Κεφαλληνία. Το τρίμηνον του χειμώνος στην Μάλτα αυτά τα καιρικά φαινόμενα είναι εντελώς άγνωστα. Ο χειμώνας στο νησί περνά ζεστός και το νερό της θάλασσας δεν κατεβαίνει τους 20 βαθμούς. Οι βροχές είναι λίγες και η θερμοκρασία δεν έχει ακραίες διακυμάνσεις, όπως στο νησί της Κεφαλληνίας.

Αν ήταν Έλληνες οι κάτοικοι θα μας πληροφορούσε για ίδρυση Εκκλησίας ή για κάποιο κήρυγμα ή για χειροτονία πρεσβυτέρου ή επισκόπου. Τέτοια κίνηση δεν έκανε. Θα είχαμε πληροφορίες για δέσμευση των υποδίκων από τους στρατιώτες διά να μην διαφύγουν στα βουνά της Κεφαλληνίας.

Και η σπουδαιοτέρα απόδειξις ότι το νησί που εξέπεσαν δεν ήταν η Κεφαλληνία, μας το βεβαιώνει η πληροφορία ότι τα μεσάνυχτα της 14ης νύχτας αντιλήφθησαν ότι πλησιάζουν κάποια στεριά. Αν το νησί ήταν η Κεφαλληνία θα έπρεπε όπως έπλεαν χωρίς ιστία -ξυλάρμενοι- την Κεφαλληνία έπρεπε να έβλεπαν το βουνό του Αίνου από χρόνο πλέον της μιας ημέρας. Δεν είναι δυνατόν 552 μάτια να μην μπορεί ένα να ξεχωρίσει μια ημέρα νωρίτερα ή από το μεσημέρι  της 13ης ημέρας τον Αίνο, εκτός αν όλοι είχαν όρασιν γάτας και έβλεπαν την νύχτα και όχι την ημέραν. Και καταλήγοντας να επισημάνομεν και την πνευματικήν παράβασιν που κάνουν όσοι ισχυρίζονται ότι το νησί της προσαράξεως είναι η Κεφαλληνία. Λυπούμαι που ακόμη μετά 24 έτη δεν μπόρεσαν κάποιοι ιερείς του νησιού μας να διαβάσουν το κείμενο των Πράξεων και να μάθουν ότι πρόκειται για την Μάλτα, αλλά συνεχίζουν να μιλούν για ιδρυτή της Εκκλησίας της Κεφαλληνίας τον Απόστολον Παύλον. Έτσι θέλουν πρώτον να κλέψουν την δόξαν του νησιού της Μάλτας. Δεύτερον επιθυμούν κάτι που ανήκει σε κάποιον άλλον και να το ιδιοποιηθούν στο νησί μας. Και τρίτον ψευδομαρτυρούν για κάτι που είναι πλάνη-ψεύδος και απάτη. Η επιθυμία ξένου πράγματος ή η ιδιοποίησις-απόκτησις ξένου πράγματος και ψευδομαρτυρία είναι οι τρεις τελευταίες εντολές του δεκαλόγου και επομένως επιφέρουν τον πνευματικόν θάνατον.

Προσοχή λοιπόν όλοι σας.

Και το τελευταίον: Από τον 11ο αιώνα (1066 μ.Χ.) οι Σικελονορμανδοί στην Μάλτα ανέγειραν περίλαμπρον ναόν προς τιμήν του Αποστόλου Παύλου. Αυτός ο ναός γκρεμίστηκε με τον μεγάλον σεισμόν του 1693 και το 1697 ξαναχτίστηκε ο σημερινός περίλαμπρος ναός προς τιμήν του Αποστόλου Παύλου, πάνω στα ερείπια της οικίας του Πόπλιου.

Η Κεφαλληνία 1950 χρόνια κοιμόταν τον ύπνον της λήθης και αγνοίας και ερχόμενος ένας ξένος παρέσυρε τους Κεφαλονίτες το 1993 σε μια πλάνη και ένα ψεύδος που μας εκθέτει στον σημερινόν μας κόσμον. Ας μην αναφέρω με ποίους χαρακτηρισμούς.

 

*Γ’ Πλοίαρχος Εμπορικού


Μετρώντας τις αποστάσεις


Μελετώντας την περιγραφή της πλεύσεως του παραχειμακότος πλοίου στην Μάλτα το οποίο μετά τρίμηνον διαμονήν μετέφερε τη συνοδεία του Παύλου από Μάλτα στους Ποτιόλους και μετρώντας τας αποστάσεις βλέπουμε ότι η απόσταση από Μάλτα μέχρι τις Συρακούσες είναι η μισή απόσταση από Ρίγιον-Ποτιόλους. Το ίσιο ισχύει και για την απόσταση Ρίγιον-Συρακούσες. Επομένως ο χρόνος μιας ημέρας για την απόσταση Μάλτα-Συρακούσες ή Συρακούσες-Ρίγιον είναι πραγματικότης. Διενήθησαν σε μία ημέρα εκάστη. Σε ναυτικά μίλια η απόσταση Μάλτα-Συρακούσες είναι 85 περίπου μίλια ναυτικά. Ίδια περίπου είναι και η απόσταση Συρακούσες-Ρίγιον. Η απόσταση Ρίγιον-Ποτίολοι είναι περίπου 200 μίλια. Η Κεφαλληνία από Μάλτα απέχει 260 ναυτικά μίλια άρα είναι πλάνη να συζητάμε για πλουν χρόνο ημέρας όταν στον 21ο αιώνα ένα ιστιοφόρο χρειάστηκε 74 έως 78 ώρες πλουν για να αποπλεύσει από Συρακούσες και να καταπλεύσει σε λιμάνι της Κεφαλονιάς. Μόνο αυτά να μελετήσουμε από τη διήγηση του Λουκά είναι αρκετά για να καταλήξουμε στο αληθές συμπέρασμα ότι πάσα αντίθετος άποψις και ισχυρισμός είναι εντελώς ψεύδος και πλάνη.