Σαν σήμερα πέθανε ο Κων. Καραμανλής

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ένα από τα πλέον σημαντικά πρόσωπα της νεώτερης ελληνικής Ιστορίας, που με την 60ετή πολιτική δράση έβαλε τη σφραγίδα του στην πορεία του τόπου, δεν υπάρχει πια. Πέθανε σε βαθύ γήρας σήμερα τα ξημερώματα (23-4-1998), συνεπεία καρδιακής ανακοπής, μετά από πολυήμερη νοσηλεία στο θεραπευτήριο “Υγεία”.

Το τέλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ανακοίνωσε ο στενός φίλος του εκλιπόντος Πέτρος Μολυβιάτης. Μετά την αναγγελία, σύσσωμη η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της χώρας, καθώς και διεθνείς προσωπικότητες, εξήραν το έργο και την επίδραση του Καραμανλή στη διαμόρφωση της σημερινής Ελλάδας, τονίζοντας την προσφορά του στην αναίμακτη μετάβαση από τη δικτατορία στη Δημοκρατία, την εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος και την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ.

Για τον θάνατό του, η κυβέρνηση κήρυξε τριήμερο πένθος, ενώ, σύμφωνα με την επιθυμία του ίδιου του εκλιπόντος, θα κηδευτεί με μία σεμνή τελετή, χωρίς επικήδειους, σε στενό οικογενειακό κύκλο και θα ταφεί στο ίδρυμα που φέρει το όνομά του.

Ο Κ. Καραμανλής με το έργο και την πολιτική του δράση, σημάδεψε, όσο λίγοι πολιτικοί άντρες τη μεταπολεμική ελληνική Ιστορία, ιδιαίτερα δε στα μεταπολιτευτικά χρόνια, καθώς ήταν αυτός που κατάφερε την ομαλή μετάβαση, το 1974, από την επτάχρονη δικτατορία των συνταγματαρχών στη Δημοκρατία.

Το έργο και η δράση του Κ. Καραμανλή μπορεί να χωριστεί σε πολλές περιόδους: Τη γνωστή “οκταετία” Καραμανλή, από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, όταν “διαδέχθηκε” στην ηγεσία της ελληνικής συντηρητικής παρατάξεως τον στρατάρχη Παπάγο, την περίοδο της μεταπολίτευσης, όταν διετέλεσε δύο φορές πρωθυπουργός της χώρας και φυσικά την περίοδο που διετέλεσε, επίσης, δύο φορές Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο Κ. Καραμανλής -όπως άλλωστε συμβαίνει με τις μεγάλες ιστορικές προσωπικότητες- ιδιαίτερα στα χρόνια της πρώτης οκταετίας του, λατρεύτηκε φανατικά από τους πολιτικούς του φίλους και έγινε στόχος σκληρής πολεμικής από τους αντιπάλους του, αν και στην περίοδο της “Προεδρικής” θητείας του κατάφερε να αποσπάσει την εκτίμηση και τον σεβασμό εχθρών τε και φίλων.

Ο εκλιπών επιφανής πολιτικός άνδρας κατείχε ένα μοναδικό ρεκόρ στα ελληνικά πολιτικά χρονικά: Διετέλεσε 8 χρόνια υπουργός σε πέντε υπουργεία, 14 χρόνια πρωθυπουργός της χώρας (1955-1963 και 1974-1980) και 10 χρόνια Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1980-1985 και 1990-1995). Εάν, δε, εξαιρέσουμε το χρονικό διάστημα που έζησε στο Παρίσι (1963-1974), ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατέχει και ένα άλλο ρεκόρ: Της εξηκονταετούς συνεχούς παρουσίας στην ελληνική πολιτική σκηνή.

Ίσως μάλιστα, όπως λέγεται από πολλούς, αυτή η “Παρισινή περίοδος” του Κ. Καραμανλή να συνετέλεσε στην “αλλαγή” του πολιτικού ανδρός, αφού ήταν τελείως διαφορετικός (περισσότερο ευρωπαϊκός) ο τρόπος που πολιτεύθηκε μετά το 1974, από αυτόν της πρώτης του οκταετίας.

Ο Κ. Καραμανλής γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου 1907 στο χωριό Πρώτη Σερρών. Ο εθνικός διχασμός του 1915 σημάδεψε την πολιτική σκέψη και τις αναζητήσεις του. Σπούδασε νομικά και από το 1930 άρχισε να ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα, ενώ εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος, τον Ιούνιο του 1935 στον νομό Σερρών. Την επόμενη χρονιά επανεξελέγη βουλευτής, αρνηθείς στη συνέχεια να συνεργασθεί με τη δικτατορία του Μεταξά, η οποία λίγο καιρό μετά επεβλήθη στη χώρα.

Ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η Γερμανική Κατοχή βρίσκουν τον Κ. Καραμανλή στην Αθήνα, όπου εντάσσεται σε μια ομάδα διανοουμένων, όπως ο Κ.Τσάτσος, ο Ξ. Ζολώτας, ο Γ. Μαύρος, ο Άγγελος Αγγελόπουλος. Μετά τον πόλεμο επανενεργοποιείται πολιτικά, εκλεγείς και πάλι βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος, τον Μάρτιο του 1946. Τον
Νοέμβριο του 1947 αναλαμβάνει υπουργός Εργασίας στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, όπως και στην κυβέρνηση Μαξίμου που ακολούθησε.

Ο Κ. Καραμανλής αρχίζει ουσιαστικά να αναδεικνύεται, όταν το 1948 τοποθετήθηκε στη θέση του υπουργού των Μεταφορών στην κυβέρνηση Σοφούλη. Είναι η περίοδος που επιχειρώντας να βελτιώσει το συγκοινωνιακό σύστημα της χώρας και το δίκτυο, έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της εταιρίας “Πάουερ”, οπότε “μετακινείται” στο υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής προσπαθεί να διαδραματίσει ενεργότερο ρόλο στα πολιτικά πράγματα του τόπου στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, με την απόφασή του να ενταχθεί στις 30 Ιουλίου 1951 στο συντηρητικό κόμμα “Ελληνικός Συναγερμός” του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου. Μετά τη νίκη του Αλ. Παπάγου στις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952, ο Κ. Καραμανλής αναλαμβάνει το υπουργείο Δημοσίων Έργων από το 1952 μέχρι τον Οκτώβριο του 1955 (και το υπ. Συγκοινωνιών από τον Δεκέμβριο του 1954), επιδεικνύοντας ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα στην εκτέλεση των καθηκόντων του.

Στις 5 Οκτωβρίου του 1955, όταν πεθαίνει ο στρατάρχης Παπάγος, και ενώ οι δυο αντιπρόεδροι του κόμματος Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Στέφανος Στεφανόπουλος έχουν το θεσμικό προβάδισμα για τη διαδοχή, σημειώνεται η έκπληξη. Ο βασιλιάς Παύλος, αιφνιδιάζοντας τούς πάντες, αναθέτει την εντολή σχηματισμού νέας κυβέρνησης στον ”άφθαρτο” υπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Ο νέος πρωθυπουργός παίρνει -στις 12 Οκτωβρίου 1955- την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής και λίγο αργότερα -στις 4 Ιανουαρίου 1956- ιδρύει το κόμμα της “Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενώσεως” (ΕΡΕ), με το οποίο κερδίζει τις εκλογές της 19ης Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου. Παρά τα όσα του καταμαρτυρούν (όπως την ανάπτυξη του παρακράτους της δεξιάς και την σκληρή στάση του έναντι της ηττημένης, από τον εμφύλιο πόλεμο, αριστεράς), ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής επιτυγχάνει σημαντική ανοδική πορεία της ελληνικής οικονομίας, καθιερώνει τη δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για τον πληθυσμό της υπαίθρου και αργότερα (1961) ιδρύει τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ).

Στην “οκταετία” Καραμανλή, μπορεί να αρχίζουν να εκτελούνται διάφορα έργα με στόχο την εκβιομηχάνιση της χώρας, αλλά -και αυτό καταγράφεται από πολλούς ιστορικούς στα αρνητικά του Κ. Καραμανλή- σημειώνεται αλματώδης αύξηση της αστυφιλίας, ερήμωση της υπαίθρου, άναρχη γιγάντωση των πόλεων και κυρίως αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος προς την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Αυστραλία.

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Κ. Καραμανλής το 1959 υπογράφει τις Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, με τις οποίες η Κύπρος ανακηρύσσεται ανεξάρτητο κράτος, αλλά δέχεται σκληρότατη κριτική, κατηγορηθείς για “ενταφιασμό” του Κυπριακού. Τον Ιούλιο του 1961, ο Καραμανλής πετυχαίνει να υπογραφεί η συμφωνία συνδέσεως της Ελλάδος με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

Ο Κ. Καραμανλής κερδίζει τις εκλογές του 1958 -με την ΕΔΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης- και τις εκλογές του 1961, για τις οποίες κατηγορήθηκε ότι χρησιμοποίησε “βία και νοθεία”. Ο αρχηγός των κεντρώων δυνάμεων Γεώργιος Παπανδρέου κηρύσσει τον “Ανένδοτο αγώνα” για την ανατροπή της κυβερνήσεως της ΕΡΕ.

Την ίδια περίοδο ο Κ.Καραμανλής επιδιώκει να αναθεωρήσει το Σύνταγμα του 1952, με στόχο τον περιορισμό του ρόλου των ανακτόρων, με αποτέλεσμα να ψυχρανθούν οι σχέσεις του με το βασιλικό ζεύγος.

Ενώ ο “Ανένδοτος αγώνας” συνεχίζεται με αμείωτη ένταση, στη Θεσσαλονίκη, δολοφονείται από παρακρατικούς, ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης. Η αντιπολίτευση αποδίδει στην κυβέρνηση Καραμανλή βαρύτατες ευθύνες για τη δολοφονία, ευθύνες τις οποίες-φυσικά- δεν αποδέχθηκε, αν και στον εκλιπόντα πολιτικό άνδρα αποδίδεται η περίφημη, της περιόδου αυτής, φράση “ποιός κυβερνά αυτόν τον τόπο”, μόλις πληροφορήθηκε τη δολοφονία του βουλευτή της Αριστεράς.

Τον Ιούνιο του 1963 ο Κ. Καραμανλής παραιτείται και στις 9 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, αφού η ΕΡΕ έχει χάσει τις εκλογές του Νοεμβρίου, αναχωρεί για το Παρίσι, όπου θα παραμείνει 11 χρόνια.

Στις 21 Απριλίου 1967 καταλύεται η Δημοκρατία στην Ελλάδα. Ο Κ. Καραμανλής, με δήλωσή του, καταγγέλει το “τυραννικό” και “νόθο καθεστώς”.

Το καλοκαίρι του 1974, όταν η δικτατορία καταρρέει και εκδηλώνεται το προδοτικό πραξικόπημα της χούντας κατά του Μακαρίου στην Κύπρο, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής καλείται στην Ελλάδα και σχηματίζει την κυβέρνηση “Εθνικής Ενότητος”. Στόχος του ήταν η κάθαρση του κρατικού μηχανισμού από τους εγκάθετους του δικτατορικού καθεστώτος και η τιμωρία των πρωταιτίων του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967. Ακόμη, ο Κ. Καραμανλής, την ίδια περίοδο, επανέφερε σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952 (πλην της διατάξεως για τη μορφή του πολιτεύματος) και εκτός των άλλων προχώρησε στη νομιμοποίηση του ΚΚΕ.

Στις 4 Οκτωβρίου 1974 ο Κ. Καραμανλής ίδρυσε το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, με το οποίο κέρδισε τις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου εκείνης της χρονιάς, αλλά και αυτές του 1977.

Στις 8 Δεκεμβρίου 197 διενεργείται Δημοψήφισμα με το οποίο απηλλάγη η Ελλάδα από τη μοναρχία. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος έγραψε σχετικώς ότι ο Κ. Καραμανλής “θέλοντας να απαλλάξει οριστικά τον τόπο από το σαράκι του Πολιτειακού, που έτρεφε και τρεφόταν από τον εθνικό διχασμό, την ώρα που ήταν πανίσχυρος, το 1974, έκανε ένα δημοψήφισμα στο οποίο αυτός σκόπιμα, ως κυβέρνηση, δεν πήρε θέση”.

Παρά την απόφασή του να αποσύρει την Ελλάδα, από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, όταν η Συμμαχία αποδείχθηκε “ανίσχυρη” να αντιδράσει έγκαιρα και αποτελεσματικά στη δεύτερη τουρκική επίθεση και την επέκταση της ζώνης κατοχής στην Κύπρο, ο Κ. Καραμανλής δεν υιοθέτησε την ταυτόχρονη αποχώρηση από το πολιτικό της σκέλος για να μην αποδυναμώσει -όπως υποστήριξε- επικίνδυνα τη διεθνή θέση της χώρας, αλλά και για να κρατήσει ανοικτή τη θύρα της επανόδου εάν, όπως είχε δηλώσει, βοηθούσε το ΝΑΤΟ στη διευθέτηση του Κυπριακού. Στο πλαίσιο της νέας αυτής πραγματικότητας, ο Κ. Καραμανλής επεδίωξε να εξασφαλίσει καθεστώς ισορροπίας δυνάμεων με την Τουρκία, βασισμένο, πέρα από το στρατιωτικό, στο πεδίο ειδικών διπλωματικών εγγυήσεων. Η παροχή αυτών, δε, έμελλε να αναχθεί σε καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση των διμερών σχέσεων με τις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να εισαχθεί, από το 1976, η πρακτική της χορηγήσεως στρατιωτικής βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία σε αναλογία 7 προς 10.

Το Σάββατο 7 Ιουνίου 1975 διεξήχθη στη Βουλή η ψηφοφορία για την επικύρωση του νέου Συντάγματος της χώρας, το οποίο υπερψήφισαν οι 208 παρόντες βουλευτές της ΝΔ, ενώ απουσίαζε η αντιπολίτευση, η οποία διαφωνούσε με τις αποκληθείσες “υπερεξουσίες” του Προέδρου της Δημοκρατίας, που περιελάμβανε το νέο Σύνταγμα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εξέφρασε τη λύπη του “διότι η αντιπολίτευσις, αφού συνέπραξε εις την ψήφισιν ολοκλήρου σχεδόν του Συντάγματος, απείχε της ιστορικής συνεδριάσεως δια την ψήφισιν του τελικού κειμένου (…) Δεν κατάλαβα ποτέ διατί η αντιπολίτευσις αντιμετωπίζει το ενδεχόμενον να γίνω Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως εφιάλτην της, αντί να είναι όνειρόν της”…

Στις εκλογές του Νοεμβρίου 1977 η ΝΔ, υπό τον Κ. Καραμανλή, διατήρησε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία -παρότι παρουσίασε μείωση στις ψήφους- και σχημάτισε νέα κυβέρνηση. Μεταξύ των έργων της περιόδου 1974-1980 συγκαταλέγονται η καθιέρωση της δημοτικής στην εκπαίδευση και η εννιαετής υποχρεωτική φοίτηση, πολιτιστικά προγράμματα, όπως αυτά για τη διάσωση της Ακρόπολης και του Αγίου Όρους, καθώς και οι ανασκαφές Μακεδονίας-Θράκης. Επίσης δημιουργήθηκαν το Ευρωπαϊκό Κέντρο Δελφών, το Πολιτιστικό Κέντρο της Αθήνας και το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Παράλληλα, ξεκίνησε εκστρατεία με στόχο τη μόνιμη τέλεση των Ολυμπιακών αγώνων στην Ελλάδα.

Πιστός στο δόγμα “η Ελλάς ανήκει εις την Δύσιν”, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέγραψε στις 28 Μαΐου 1979 τη συνθήκη ένταξης της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, ενώ, τον επόμενο Ιανουάριο η χώρα έγινε πλήρες μέλος της ΕΟΚ.

Στις 5 Μαΐου 1980 ο Κ. Καραμανλής εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας με 183 ψήφους, ενώ στην πρωθυπουργία τον διαδέχθηκε ο Γεώργιος Ράλλης.

Η πρώτη προεδρική θητεία του Κ. Καραμανλή συνέπεσε με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Υπήρχαν βάσιμες ανησυχίες για ενδεχόμενη σύγκρουση του Προέδρου της Δημοκρατίας και του πρωθυπουργού. Και αυτό διότι δύο ισχυρές προσωπικότητες, δηλαδή ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου, με αντίθετες πολιτικές και ιδεολογίες και οξύτατες πολιτικές συγκρούσεις, εκαλούντο να συγκατοικήσουν στην κορυφή της Εκτελεστικής Εξουσίας. Όμως, η συνεργασία Προέδρου και πρωθυπουργού κύλησε ομαλά. Ο Κ. Καραμανλής τήρησε πιστά το Σύνταγμα και δεν άσκησε καμία από τις υπερεξουσίες που του παρείχοντο από το Σύνταγμα του 1975. Στην αρμονική αυτή συνεργασία συνετέλεσε και ο πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου που απέφυγε τη ρήξη με τη δυτική συμμαχία και ασπάσθηκε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας. Ωστόσο,
ο Κ. Καραμανλής, σε μνημόνιό του, που περιέχεται στα δωδεκάτομα αρχεία του, αναφέρει: “Πιστεύω ότι μια από τις σημαντικότερες υπηρεσίες που προσέφερα στην Ελληνική Δημοκρατία, είναι ότι εξασφάλισα την ομαλή μετάβαση της εξουσίας κατά την κρίσιμη εκείνη εκλογή του Οκτωβρίου του 1981. Και ήταν κρίσιμη γιατί αναλάμβανε την εξουσία ένα κόμμα σχεδόν επαναστατικό, αποφασισμένο να εφαρμόσει μία πολιτική που έβγαινε  από τα πλαίσια της παραδοσιακής εθνικής μας πολιτικής”.

Η πρώτη προεδρική θητεία του Κ. Καραμανλή διακόπηκε με την παραίτησή του στις 10 Μαρτίου 1985, μετά την αιφνίδια απόφαση του Α. Παπανδρέου να μην ανανεώσει την προεδρική θητεία του.

Το 1990 και ενώ έχουν προηγηθεί αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αρνείται να είναι εκ νέου υποψήφιος για την Προεδρία της Δημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι έχει αποδυναμωθεί το πολίτευμα, λόγω της συνταγματικής αναθεωρήσεως στην οποία προχώρησε το ΠΑΣΟΚ το 1986. Σε δήλωσή του, δε, απέδιδε ευθύνες στην “ποικιλώνυμη ηγεσία της χώρας” για την κρίση στον τόπο, ενώ, είχε ήδη τονίσει ότι αρνείται να μετάσχει “σε αυτό που αποκαλείται σήμερα δημόσιος βίος”.

Παρά ταύτα, την 4η Μαΐου 1990 και αφού τελικώς έχει αποδεχθεί την πρόταση του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, στην πέμπτη ψηφοφορία στη Βουλή, ο Κ. Καραμανλής με 153 ψήφους εκλέγεται και πάλι Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Σε μνημόνιό του, που περιέχεται στο δωδεκάτομο αρχείο του, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αναφέρει ότι ”δεν είχα τη φιλοδοξία να επανεκλεγώ Πρόεδρος της Δημοκρατίας (…) Εξελέγην Πρόεδρος με 153 ψήφους. Την εκλογή μου, με τον μίζερο τρόπο που έγινε, ήταν φυσικό να μην την δεχθώ με ικανοποίηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πρωτοβουλία του κ. Μητσοτάκη να με προτείνει για Πρόεδρο, παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις μας ήταν για διαφορετικούς λόγους, ψυχρές μέχρι δυσάρεστες, ήταν τιμητική για μένα. Δεν νομίζω όμως, ότι εστερείτο προσωπικής πολιτικής σκοπιμότητος. Ο κ. Μητσοτάκης επίστευε πράγματι ότι η παρουσία μου στην Προεδρία της Δημοκρατίας, θα ήταν χρήσιμη για τον τόπο. Εγνώριζε όμως παράλληλα, ότι θα ενίσχυε και τον ίδιο και την κυβέρνησή του, έναντι της κοινής γνώμης. Και προπαντός εγνώριζε ότι η παρουσία μου στην Προεδρία θα αποτελούσε εγγύηση για τη συνοχή του κόμματος και συνεπώς και για τη σταθεροποίηση της ηγεσίας του. Γι’ αυτό και του είπα μία ημέρα, ότι στο πρόσωπό μου έκαμε την πιο έξυπνη επένδυση της ζωής του. Ελπίζω να την αξιοποιήσει και να μην ανακύψει στη διαδρομή του χρόνου το γνωστό φαινόμενο του συμπλέγματος, από το οποίο κατέχεται ο διάδοχος ενός ισχυρού προκατόχου, όταν μάλιστα ο προκάτοχος αυτός διατηρεί το κύρος και την επιρροή του στο κόμμα και στον λαό”.

Η δεύτερη και τελευταία προεδρική θητεία του Κ. Καραμανλή αρχίζει σε μια περίοδο που είχε σφραγιστεί από την έξαρση της πολιτικής κρίσεως στο εσωτερικό της χώρας και από κοσμοϊστορικές αλλαγές στον διεθνή χώρο. Η νέα παρουσία του στην Προεδρία της Δημοκρατίας θα συμπέσει με γενικότερες εξελίξεις που συνέκλιναν προς την κατεύθυνση που είχε ο ίδιος σταθερά διαγράψει, όπως η πορεία προς την πολιτική ένωση της Ευρώπης, αλλά και με διεθνή προβλήματα και πιέσεις που εκδηλώθηκαν στο περιφερειακό πλαίσιο των Βαλκανίων, ως απόρροια της αναδιατάξεως του πολιτικού χάρτη της περιοχής.

Την 10η Μαρτίου 1995 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, με τη λήξη της δεύτερης προεδρικής του θητείας, αποχώρησε οριστικώς από την πολιτική ζωή του τόπου.