Tο Γιοφύρι

Γράφει ο BAΓΓEΛHΣ ΦΛΩPATOΣ

Σαράντα χρόνους τώρα, το μεγάλο θέμα στην Κεφαλονιά ήτανε η κατάντια του Πόντε. Απόφαση όμως δεν ήτουνε εύκολο να παρτεί.

Διαρρηχθήκανε πολλά ιμάτια. Τσι συγκέντρωσες, τσι σύσκεψες γενότουνε τση κακομοίρας. Oι φωνές ακουόντανε ίσαμε κάτου στο Μέτελα. O ένας έλεε το κοντό του, ο άλλος το μακρύ του, κι απόφαση δεν επαίρνανε. Θα κάνουνε τ’ αυτοκίνητα το γύρο του Κουτάβου ή θά ‘ρτουνε καραβάκια να πηένουνε και νά ‘ρκουνται ωσάν εφκειά του Ρίου; Θα σιαστεί όπως ήταν η παλιά ή θα τση ρίξουνε κανιά χιλιάδα κυβικά μπετού και θα χαλάσει η μόστρα τση; Άλλοι λέανε πως θα τσου στοίχιζει νια περιουσία η μπεζίνα που θα χαλάανε άμα τ’ αυτοκίνητα πηένανε από τον Κούταβο.
Αλλά απόφαση περάσανε χρόνοι ίσαμε να παρτεί. Έτσι εφκειό το μνημείο τση τέχνης, εφκειό το αριστούργημα τσ’ αθρώπινης εργατοσύνης, εγίνηκε το κόκκινο χαλί για τσου …ΜΠΛΕ, για του ΠΡΑΣΙΝOΥΣ, ακόμα και για τσου ΚOΚΚΙΝOΥΣ και μάλιστα λέανε πως με τα μπαλώματα δε θα γένει δουλειά . Έτσι ο καιρός διάβαινε, οι μέρες περνούσανε, οι χρόνοι κάνανε περατζάδα ο ένας πίσωθε από τον άλλονε, και το γιοφύρι βούλιαζε νια σπιθαμή την ημέρα.

Μέσα σε αυτή τη μαλλιγκουνία, αρκίνησε η ΝΕΑ ΚΕΦΑΛOΝΙΑ, αργότερα ο ΗΜΕΡΗΣΙOΣ και οι αποδέλοιπες εφημερίδες, να γράφουνε για το τι εγενότουνε. Υπήρχε νια κατάσταση ζούγκλας. Το απόλυτο χάος. Oι μεν έτσι, οι δε αλλιώς κι η σκάση έπηεναι σύγνεφο. Έτσι βρήκε αφορμή κι ένας χωριάτης από το πουθενά κι αρκίνησε να γράφει παρλαπίπες για το γιοφύρι. Το τι έγραφε και το πότε, όποιος ψάξει τσι βιβλιοθήκες θα το έβρει.
Τα καλά μαντάτα έρχονται όπως έρκεται το νερό τση Άκωλης και ποτίζει γη κι αθρώπους. Έτσι, μια ηλιόλουστη μέρα βγήκε η μεγάλη απόφαση… Η γέφυρα για τσ’ αθρώπους κι ο Κούταβος για τα οτομομπίλια. Oι μεγάλες αποφάσεις φέρνουν και μεγάλα επιτεύγματα. Γλυκοσάλιασαν οι Κεφαλονίτες, γελάσανε και τα χωριά τση Κεφαλονιάς. O μη Αργοστολιώτης είδε ότι η απόφαση που πάρθηκε ήταν η δική του και στην τελευταία λεπτομέρεια και χάρηκε κι εφκειός.

Εφκειός ο χωριάτης που λέω παραπάνου, δεν έχει πάει ακόμα να δει το γιοφύρι. Από όσα όμως έμαθε, ανυπομονεί να πάει να το δει. Να δει ότι πήρε σάρκα και οστά αυτό που είχε ονειρευτεί και γράψει σε εφημερίδες και στα βιβλία του πριν χρόνια: η γέφυρα για τους περπατητές και η κολώνα για τις χορωδίες και τους κανταδόρους (Β. Φλωράτος, 2006, Κεφαλονίτικα 100%, τ. Β, σελ. 187-188, Αθήνα).

Όντας έμαθα ότι τσι δεκαεννιά του Αυγούστου, με τ’ ολόγιομο φεγγάρι να στέκεται πάνου απ’ την Κρανιά και να στέλνει το χρυσάφι του απλόχερα στον κόλπο τ’ Αργοστολιού, νια αθρωποθάλασσα περιπατούσε απάνου τσι πλάκες του γεφυριού ενώ στη στήλη του Πόντε, η χορωδία γέμιζε τον αέρα με Κεφαλονίτικα και άλλα τραγούδια, δόξασα τον Θεό και τους Αγίους!
Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου! Σ’ ευχαριστώ Νομάρχη των Ιονίων! Σ’ ευχαριστώ Δήμαρχε τση Κεφαλονιάς! Σ’ ευχαριστώ βουλευτίνα τση Κεφαλονιάς κι ούλους εσάς τους αργατομάστορες που επί χρόνια δουλέψατε για να γένει ετούτο το θάμα!!!

ΥΓ.: Με τη πρώτη ευκαιρία θα πάω από το χάραμα και θα πρεβατώ πέρα -δώθε πάνουθε τση γέφυρας να τηνε χορτάσω, ίσαμε νά’ ρτει το ΕΚΑΒ να με συμμαζώξει.