Τα Δάση της Επτανήσου και το Ελληνικό Δημόσιο. Μελέτη για την κυριότητα των Δασών

ΜΕΤΑ τη λήξη του Β παγκοσμίου πολέμου όλες οι κυβερνήσεις που υπήρξαν, χωρίς να αποκλείεται και η σημερινή, άρχισαν να επιδιώκουν την εφαρμογή του δασικού κώδικα του 1836 και στα Επτάνησα, ο οποίος είχε εφαρμογή στην μέχρι τότε Ελληνική επικράτεια και οποίος θέσπισε ότι όλα τα δάση που υπήρχανε τότε στην απελευθερωμένη Ελλάδα ήταν κατά τεκμήριο δημόσια δασικά κτήματα.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του θέση νόμου έχοντος του από 16-11-1836 βασιλικού διατάγματος «περί ιδιωτικών δασών», σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του αυτού διατάγματος αναγνωρίζεται η υπό του Δημοσίου κυριότητα επί πάσης εκτάσεως αποτελούσης προ της ενάρξεως της ισχύος του δάσος, εξαιρέσει μόνο εκείνων περί ων υφίσταται έγγραφος απόδειξη τουρκικής αρχής, ότι προ της ενάρξεως του απελευθερωτικού αγώνα ανήκε το δάσος σε ιδιώτες, ως και τα δάση τα οποία είχαν παραχωρηθεί σε ιδιωτικά ιδρύματα, υπό την προϋπόθεση ότι και στις δύο περιπτώσεις είχαν υποβληθεί στην Γραμματεία των Οικονομικών οι σχετικοί της ιδιοκτησίας τίτλοι εντός της υπό του άρθρου 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας από της δημοσιεύσεως του βασιλικού διατάγματος.

Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι το παραπάνω βασιλικό διάταγμα αφορούσε τα δάση της άλλοτε τουρκοκρατούμενης Ηπειρωτικής Ελλάδος και της Πελοποννήσου και σε αυτά και μόνο εφαρμόζεται. Και η άποψη αυτή είναι ευνόητη. Κατά τον Οθωμανικό νόμο τα δάση ήταν δημόσια εκτός εκείνων που είχαν παραχωρηθεί).. από το τουρκικό δημόσιο με ταπίο, ή με φιρμάνι ή με χοτζέκι. σε Έλληνες ιδιώτες ή σε Ελληνικά Ιδρύματα(ναούς, μονάς, σχολεία κ.λπ ).

Τα δάση αυτά ως δημόσια περιήλθαν με την συνθήκη του Λονδίνου της 4/16-6-1830 στην κυριότητα του νεοσυσταθέντος Ελληνικού Δημοσίου στο οποίο επίσης είχαν περιέλθει ως αδέσποτα και τα όσα κτήματα εγκατέλειψαν οι Μουσουλμάνοι φεύγοντες από την απελευθερωμένη Ελλάδα ή είχανε καταστεί άφαντες.

Στην Επτάνησο όμως η νομοθεσία για τα δάση και γενικά για τα κτήματα ήτανε διαφορετική.

Τα Επτάνησα επί τρεις περίπου αιώνες ήτανε υπό την κατοχή της Βενετίας και κατά το 1800 με την συνθήκη της Κωνσταντινούπολης μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας αναγνωρίσθηκε ότι τα Επτάνησα είναι κράτος αυτόνομο και ομοσπονδιακό με την όνομα «Επτάνησος Πολιτεία», αποτελούμενη από τα επτά νησιά του Ιονίου, καθένα δε από αυτά ήτανε ξεχωριστή επαρχία, είχε ανεξάρτητη τοπική κυβέρνηση, ανεξάρτητο ταμείο και γενικά ανεξάρτητη δημοσιονομική υπόσταση. Κατά το 1807 με την συνθήκη του Τελσίτ μεταξύ Γαλλίας και Ρωσίας εγκατασταθήκανε στα Επτάνησα οι Γάλλοι και μετέπειτα με την συνθήκη των Παρισίων του έτους 1815 η «Επτάνησος Πολιτεία», ανακηρύχθηκε και αναγνωρίσθηκε ανεξάρτητο κράτος υπό την προστασία της Αγγλίας, με το όνομα «Ηνωμένα Κράτη των Ιονίων Νήσων» και με νομοθετική ρύθμιση τέθηκε σ εφαρμογή το Σύνταγμα ή οι όροι του Χάρτου του 1817 (Συντάγματος Μαϊητλανδ). Σύμφωνα με τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις η διοίκηση και η διαχείριση της περιουσίας των Επτανήσων περιήλθε στις τοπικές αρχές εκάστης νήσου, η οποία είχε εγχώρια (τοπική) κυβέρνηση, αποτελούμενη από τον έπαρχο και το επαρχιακό συμβούλιο, (Εγχώριος κυβέρνηση εκάστης νήσου) υπό την επίβλεψη του Άγγλου Τοποτηρητή εκάστης νήσου.

Από την παραπάνω περιγραφική αναφορά αποδεικνύεται ότι δημόσια κτήματα (και συνεπώς δημόσια δάση) ως ιδιοκτησία του κράτους δεν υπήρχαν, αλλά μόνον περιουσία εκάστης νήσου, ανήκουσα στην εγχώριο (τοπική) κυβέρνηση αυτής και η οποία λεγότανε επιχώριος περιουσία, με συνέπεια να μην αναφέρεται ότι υπήρχε περιουσία του Κράτους στις παραπάνω συνθήκες της Επτανήσου Πολιτείας και μετέπειτα του Ιονίου Κράτους, ώστε να υπάρχει διαδοχή σε αυτές από το Ελληνικό Δημόσιο μετά την ένωση της Επτανήσου.

Κατά το έτος 1864 τέλος με την συνθήκη του Λονδίνου ενώθηκε το Ιόνιο Κράτος με το Ελληνικό Δημόσιο, και στη συνθήκη αυτή δεν αναφέρθηκε ότι το Ιόνιο Κράτος είχε περιουσία για να περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο, δεδομένου ότι σύμφωνα με το ιδιοκτησιακό καθεστώς κάθε μία νήσος είχε ξεχωριστή περιουσία ονομαζόμενη «επιχώριος περιουσία» στην οποία περιλαμβάνονταν τα έσοδα από φόρους, ενοίκια και αδείας ασκήσεως επαγγέλματος, αλλά και αγροτικά κτήματα και δάση και όσα εγκατέλειπαν οι ιδιοκτήτες των στην τοπική κυβέρνηση εκ διαφόρων λόγων.

Το έτος 1866 με τον νόμο ΠΝ/30-1-1866 το Ελληνικό Δημόσιο εισήγαγε στα Επτάνησα την Ελληνική Νομοθεσία, συνεπεία δε τούτου ήταν να παύση η ισχύς των πράξεων της Ιονίου Γερουσίας επί της επιχωρίου περιουσίας εκάστης νήσου και με τον νόμο αυτό η περιουσία των νήσων δεν περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά σύμφωνα με το άρθρο11 του παραπάνω νόμου αναγνωρίσθηκε το ιδιοκτησιακό καθεστώς που είχε από το1800 ότι κάθε νήσος είχε δική της περιουσία και για τον λόγο αυτό ανατέθηκε η διοίκηση της (επιχωρίου περιουσίας) σε επιτροπή εκάστης νήσου..

Ακολούθως με χωριστά νομοθετήματα για κάθε νήσο η επιχώριος περιουσία παραχωρήθηκε στους δήμους και στα φιλανθρωπικά ιδρύματα εκάστης νήσου.

Μάλιστα σύμφωνα με τον νόμο ΨΙ/1878 η κυριότητα της «επιχωρίου περιουσίας» της νήσου Κεφαλληνίας και επομένως και των υφισταμένων σε αυτήν και των δασικών εκτάσεων περιήλθε στα ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ..

Το Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με το με αριθμό 233/30-12-1968 συμβόλαιο, αγόρασε από τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα Κεφαλληνίας και αντί τιμήματος τότε τριών εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών (3.500.000) το Ελατοδάσος «Αίνος» και το δάσος «Ρουδίου» συνολικής επιφανείας είκοσι οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα στρεμμάτων (28.430) και η κυριότητα των παραπάνω δασικών εκτάσεων είχε περιέλθει στα Φ.Κ.Κ με τον Ν.ΨΙ/1878 και η έκταση αυτή και μόνο αυτή ανήκε στην επιχώριο περιουσία της Νήσου Κεφαλληνίας.

 Σύμφωνα με τα παραπάνω το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Κράτους των Ιονίων Νήσων δεν απέκτησε και την επιχώριο περιουσία αυτών, στην οποία (περιουσία) περιλαμβάνονται και τα δάση και εντεύθεν τούτο (το Ελληνικό Δημόσιο) δεν έχει δικαιώματα επί των δασών της Επτανήσου μετά την ένωση αυτής και για τον λόγο αυτό δεν εφαρμόζεται το από 16 Νοεμβρίου 1836 (περί ιδιωτικών δασών) βασιλικό διάταγμα και το εξ αυτού υπέρ του Δημοσίου επί των δασών τεκμήριο κυριότητας. Συνεπώς μόνη η υπό του Δημοσίου επίκληση προκειμένου περί δασών κειμένων στην Επτάνησο και απόδειξη της εδαφικής υφής της εκτάσεως, δεν αρκεί προς θεμελίωση δικαιώματος της κυριότητάς του, αλλά θα πρέπει τούτο να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι κατέστη κύριο, καθ’ οιονδήποτε των υπό του Ιονίου Πολιτικού Κώδικα ή του Αστικού Κώδικα ή ειδικών Νόμων προβλεπόμενων τρόπων κτήσεως της κυριότητας.

Μάλιστα και σαράντα πέντε χρόνια πριν από την νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 62 του νόμου 998/1979 το Υπουργείο Γεωργίας με την με αριθμό 313864/5530 10-011969 Διαταγή του (Τμήμα 5ο Νομικό) αποδέχθηκε ότι «Συμφώνως προς την υπ’ αριθμό 313864/5530/10-1-1969 Διαταγή του Υπουργείου Γεωργίας (Τμήμα 5ου Νομικόν) άπασαι αι εν τω Νομώ Κεφαλληνίας και Ζακύνθου δασικαί εκτάσεις θεωρούνται ως μη Δημόσιαι πλην των αποδεδειγμένως Δημοσίων τοιούτων, τοιαύται δε συμφώνως προς τα παρ` ημιν τηρούμενα στοιχεία είναι τα εσχάτως εξαγορασθέντα υπό του Δημοσίου Ελατοδάση Αίνου—Ρουδίου και η κειμένη ΒΑ του Ελατοδάσου Ρουδίου δασοσκεπής εξ αειφύλλων, πλατυφύλλων έκτασις, δηλαδή άπασα η περιφέρεια του Εθνικού Δρυμού Αίνου Ρουδίου». Τα παραπάνω αναφέρονται κατά λέξη στο με αριθμό πρωτοκόλλου 477/28-2-1970 έγγραφο του Δασαρχείου Κεφαλληνίας απευθυνόμενο στον Ιάκωβο Κουνάδη το οποίο βρίσκεται στα χέρια μου.

Καίτοι όλες οι παραπάνω νομοθετικές διατάξεις ορίζουν ότι η περιουσία εκάστης νήσου του Ιονίου Κράτους δεν περιήλθε με την ένωση της Επτανήσου στο Ελληνικό Δημόσιο, καίτοι υπάρχει με το άρθρο 62 του Ν.998/1979 ρύθμιση ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο της κυριότητας υπέρ του Δημοσίου για τα δάση της Επτανήσου, καίτοι σε εφαρμογή αυτών έχουν εκδοθεί εκατοντάδες δικαστικές αποφάσεις εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου, μέχρι και αποφάσεις του ανώτατου δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οι οποίες αναγνωρίζουν ότι η κυριότητα επί των δασών δεν ανήκει στο Δημόσιο, παρά ταύτα, το Ελληνικό Δημόσιο και προκειμένου να πετύχει την έκδοση ευνοϊκής υπέρ αυτού δικαστικής απόφασης σε διένεξη για δασική έκταση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και ιδιώτη έχει δώσει εντολή σε νομικό του σύμβουλο που παρίσταται στα δικαστήρια για λογαριασμό του Δημοσίου, ότι καίτοι το δάσος μέχρι το 1864 που συντελέστηκε η Ένωση της Επτανήσου ανήκε σε ιδιώτη, αυτό μετά την ένωση όλες οι δασικές εκτάσεις αόριστα έγιναν αδέσποτες και από τον λόγο αυτόν οι δασικές εκτάσεις περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο.

Ε Π Ε Ι Δ Η πρέπει να ανακληθεί η εντολή που δίδεται από την αρμοδία δασική υπηρεσία στο νομικό σύμβουλο του δημοσίου να ισχυρίζεται ότι σε κάθε διένεξη που εκδικάζεται στα δικαστήρια που αφορά δασική έκταση μεταξύ του Δημοσίου και ιδιώτη ότι η δασική έκταση έγινε μετά την ένωση της Επτανήσου αδέσποτη.

Ε Π Ε Ι Δ Η ο παραπάνω κακόπιστος και αναληθής ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ταλαιπωρεί εκατοντάδες κατοίκους που είναι ιδιοκτήτες δασικών εκτάσεων να σύρονται στα δικαστήρια πρωτόδικα, εφέσιμα και μέχρι του ανώτατου δικαστηρίου και να υποχρεώνονται σε δυσβάστακτα έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΛΟΓΟΥΣ ΘΕΩΡΩ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΟΛΩΝ ΑΤΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΝΑ ΖΗΤΗΘΕΙ ΜΕ ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ

Να ανακληθεί ο ψευδέστατος ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου που υποβάλλεται στα δικαστήρια για διένεξη σχετικά με δάσος ότι για κάθε έκταση που έχει δασικό χαρακτήρα μετά το 1864 …..έγινε αδέσποτο.

*Δικηγόρος Δ.Σ. Κεφαλληνίας
και στον Αρειο Πάγο