Συνάντηση με την Ιστορία μας!
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΤΑ ΔΑΥΓΑΤΑ»
Η ιστορία κάθε τόπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτόν. Στο πέρασμα των αιώνων, εκατοντάδες άνθρωποι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο χωριό μας, τα Δαυγάτα. Καθένας από αυτούς δημιούργησε την οικογένειά του και άφησε την προσωπική του σφραγίδα στο πέρασμά του. Κάθε χωριανός δημιουργεί ένα ζωντανό αποτύπωμα στην ιστορία του χωριού, το οποίο οφείλουμε οι νεότεροι να το καταγράψουμε, ώστε οι επόμενες γενιές να γνωρίζουν σημαντικές πληροφορίες που αφορούν τα πρόσωπα, τα γεγονότα, την εξέλιξη και τις συνθήκες που επικρατούσαν σε δεδομένες χρονικές στιγμές.
Έτσι λοιπόν η εφημερίδα «ΤΑ ΔΑΥΓΑΤΑ» έκανε την πρόταση για μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης σε έναν από τους λίγους εναπομείναντες γέροντες του χωριού, τον πάντα δεκτικό Γιάννη Παπαδάτο (του Γουλιέλμου). Μια καταγραφή της ζωής, των γεγονότων και της καθημερινότητας, όπως τα θυμάται και τα βίωσε ο ίδιος. Η συνέντευξη παραχωρήθηκε, σε οικογενειακό κλίμα, στην αυλή του σπιτιού του εκδότη της εφημερίδας Γεωργίου Ν. Γαρμπή στα Δαυγάτα, την Τετάρτη 20 Αυγούστου 2025.
ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΓΑΡΜΠΗΣ: Καλησπέρα μαστρό Γιάννη, χαίρομαι που σε έχω δίπλα μου και δέχθηκες να μιλήσουμε για τη ζωή σου και τα γεγονότα που έχουν διαδραματιστεί στα Δαυγάτα από τότε που θυμάσαι μέχρι σήμερα. Θα προσπαθήσουμε, παρέα, μέσα από αυτή τη συζήτηση, να γυρίσουμε το χρόνο πίσω και να μας διηγηθείς τη ζωή όπως την βίωσες μέσα από τα δικά σου μάτια, τις δικές σου εμπειρίες. Ας ξεκινήσουμε από πληροφορίες για την οικογένειά σου…
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Καλησπέρα αφέντη μου… Ευχαριστώ για την πρόσκλησή σου! άκου να δεις πως έχουν τα πράγματα. Γεννήθηκα το 1938. Οι γονείς μου ήταν ο Γουλιέλμος και η Σπυριδούλα. Είμαστε συνολικά 6 αδέλφια. Το πρώτο από αυτά είναι η Μαρία, δεύτερος εγώ και ακολουθούν η Δέσποινα, ο Παναγής-Ναπολέων, η Σοφία και ο Παύλος-Σωκράτης.
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Πες μου λίγο για τα παιδικά σου χρόνια, από τότε που ξεκίνησες να θυμάσαι…

Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Τα χρόνια τα δικά μου, τα παιδικά, ήταν δύσκολα! Την εποχή εκείνη η κάθε οικογένεια είχε πολλά παιδιά. Η μικρότερη οικογένεια στα Δαυγάτα είχε τουλάχιστον 4 παιδιά! Υπήρχε μεγάλη φτώχεια! Με δυσκολία είχα λίγο ψωμί να φάω, ενώ δεν είχα ούτε ένα ζευγάρι παπούτσια να φορέσω. Ο πατέρας μου ήταν φτωχός άνθρωπος, ο οποίος μας ζούσε με κάτι χωραφάκια, που τα σπέρναμε στάρι και μα- ζεύαμε τον καρπό κάθε σεζόν και μερικές ελιές για το λάδι μας. έκανε και μερικά καμίνια και πούλαγε τα κάρβουνα σε μαγειρεία στο Αργοστόλι. Με αυτά συντηρούμασταν, Γιώργο μου! Με αυτά… για μεγάλο χρονικό διάστημα. Θυμάμαι, ήμουν Β ́ Δημοτικού που με σήκωνε ο πατέρας μου μαζί με τις αδελφές μου Μαρία και Δέσποινα τη νύχτα με φεγγάρι να πάμε να σκά- ψουμε 20 λεπτά μακριά από το Δημοτικό σχολείο και μετά πηγαίναμε να μάθουμε γράμματα. Εγώ στο σχολείο, αφέντη μου, δεν είχα ούτε βιβλία, παρά μόνο μία πλάκα. Η πλάκα ήταν και σπασμένη, και πάνω της γράφαμε με ένα κοντήλι ό,τι μας έλεγε η δασκάλα. Στο σχολείο άλλαξα 4 δασκάλους. Τον πρώτο δάσκαλο που είχα ήταν ένας Γρίβας, Ηπειρώτης, και η τελευταία δασκάλα, όταν αποφοίτησα, ήταν μία Σοφία Σιμάτου από τα Φαρακλάτα.
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Θέλω να μείνουμε και να μου πεις κάποια στοιχεία για το σχολείο. Πού ήταν, πόσα παιδιά είχε, τί τρώγατε;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Το σχολείο κατάφερα και το τελείωσα, τα άρπαζα τα γράμματα! όταν πήγαινα σχολείο είμασταν εβδομήντα οκτώ (78) παιδιά. Είχαμε τέσσερις (4) σειρές θρανία. Το σχολείο τότε ήταν διώροφο. Στο ισόγειο ήταν το κελί του Αγίου Γεωργίου και από πάνω το Δημοτικό σχολείο. Το σχολείο δεν ήταν εκεί που είναι το Μουσείο σήμερα. Βρισκόταν προς τα εδώ, είκοσι (20) μέτρα δίπλα από το Λιτρουβιό, στο σημείο που ’ναι μια ελιά στη μέση του δρόμου. Είχε πολύ μεγάλο προαύλιο και εκεί παίζαμε. Υπήρχε ένας Σύλλογος του χωριού που λεγόταν «Δαυγάτειος Κεφαλληνιακή Αδελφότης» Αθηνών-Πειραιώς, ο οποίος βοηθούσε τα παιδιά του Δημοτικού σχολείου και μας έστελνε μολύβια, τετράδια και γραφική ύλη. Στα διαλείμματα μάς προσφέρανε γάλα σε σκόνη, το οποίο μέσα σε ένα δωματιάκι το έβραζαν τα παιδιά, δύο (2) κάθε φορά και εναλλάσσονταν. Στο γάλα μέσα βάζαμε και σοκολάτα, αλλά δεν θυμάμαι αν μας το έστελναν οι Αμερικάνοι. Είχε και κάτι λεμονάδες πέντε (5) κιλών, τις οποίες έπινε όποιος ήθελε. Από τους συμμαθητές μου υπήρχαν κάποιοι που διέπρεψαν, δηλαδή έγιναν γιατροί, έγιναν επιστήμονες. Σπουδαίο πράγμα για τότες, αλλά δυστυχώς έφυγαν από το χωριό!
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Τί παιχνίδια παίζατε, ήταν αυτοσχέδια;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Το πρώτο και κύριο, η λεγόμενη «Καραβάνα». Σχεδιάζαμε έξι (6) κατζέλα στο έδαφος. Αυτά, λοιπόν, τα κατζέλα έπρεπε να τα περάσεις με κλειστά τα μάτια από ’δω, από την πρώτη τριάδα, και να καταλήξεις στα άλλα τρία (3), αλλά να μην πατήσεις την γραμμή, εκεί που διαχωριζότανε. Δυστυχώς, όποιος πάταγε έχανε και πήγαινε μετά άλλος. ένα άλλο παιχνίδι ήταν οι «Γούβες». Φτιάχναμε μια ευθεία γραμμή και στην άκρη της σκάβαμε και δημιουργούσαμε μια τρύπα. Ρίχναμε μετά το τόπι και κέρδιζε όποιος το έριχνε μέσα στη γούβα. Μετά είχαμε βρει ένα στεφάνι από βαρέλια και από απόσταση τριάντα (30) μέτρων πετάγαμε το τόπι με ένα ξύλο, την λεγόμενη καβινέλα, προσπαθώντας να το φτάσουμε να μπει μέσα στο στεφάνι. Κάποιες άλλες φορές βάζαμε μεταξύ μας δανεικά κάτι δεκάρες και παίρναμε πεπόνια και τα βάζαμε σημάδι… με πέτρες! Το βάζαμε μακριά το πεπόνι. Αν πήγαινε η πέτρα επάνω, το κέρδιζες, ήταν δικό σου και το έτρωγες!
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Τι θυμάσαι από την Κατοχή και τα χρόνια μετά; Πώς ήταν η ζωή στα Δαυγάτα;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Τα χρόνια της Κατοχής με τους Ιταλογερμανούς και τους βομβαρδισμούς, καθώς επίσης και τα μετέπειτα, ήταν πολύ δύσκολα. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να ζήσουμε. Φαντάσου, στο διάστημα που ήρθαν οι Ιταλογερμανοί, ξεκινήσαμε και πηγαίναμε στο Αργοστόλι μ’ ένα γάιδαρο που είχαμε, δεκαπέντε (15) αγκαλούλες ξύλα για φούρνο, για να πάρουμε ενάμιση (11⁄2) ψωμί για να ζήσει όλη η οικογένεια! Σε δεκαπέντε (15) μέρες έπαιρνα μια κούτα τσιγάρα «Ματσάγγου» του πατέρα μου, 88 τσιγάρα και μισό ψωμί. Πείνα… Ούτε ρούχα… Κουστούμι να φορέσεις; Πού να το βρεις αυτό; Για παπούτσια παίρναμε λάστιχα από αυτοκίνητα και τους βάζαμε κάτι λουριά…
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Έχεις ακούσει μαρτυρίες από τον πόλεμο του ’40 από διηγήσεις χωριανιών;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Στο χωριό το δικό μας ήταν τα πολυ- βολεία των Ιταλών. Για να καταλάβεις, είχαν πετύχει το χωριό μας οι Γερμανοί, ρίχνοντας με κανόνι από το Ληξούρι! Λοιπόν, εκεί, πάνω από το σπίτι το δικό μου είχαν σκοτωθεί δύο (2) Ιταλοί και άλλοι δύο (2) στου Σάββα από πάνω. ήταν ακόμη ένας σοβαρά τραυματισμένος, ο οποίος κρυβόταν μέσα στον στάβλο, όπου και ξεψύχησε και τον θάψανε μέσ’ στο νεκροταφείο στην κάτω μεριά. Εκεί που έχει ο παππούλης σου ένα χωράφι στα Σκόρδακα, πήγε ένας Γερμανός δύο (2) αιχμάλωτους Ιταλούς και τους σκότωσε.
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: έχω ακούσει για κάποιον βομβαρδισμό από πολεμικό αεροσκάφος στο χωριό; Ξέρεις κάτι γύρω από αυτό;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Θα σου πω. Στον βομβαρδισμό που έγινε εδώ στο χωριό πρέπει να πέσανε πάνω από διακόσιες (200) βόμβες την περίοδο της Κατοχής. Από τα βομβαρδιστικά που ρίχνανε τις βόμβες, πολλές έμεναν άσκαστες. ένα από αυτά πήγε να ρίξει μία στον Άη Γιώργη, η οποία έπεσε είκοσι (20) μέτρα πριν την εκκλησία, στο νεκροταφείο, με αποτέλεσμα να πετάξει τα οστά από τους τάφους ψηλά! Τα θραύσματα «έσκαψαν» όλη την εξωτερική πρόσοψη της εκκλησίας και τη σιδερένια πόρτα του ναού. Το εικόνισμα όμως με το τζάμι που είναι ακριβώς πάνω από την πόρτα δεν έπαθε ούτε μία γρατζουνιά! Το αεροπλάνο που πήγε να βομβαρδίσει την εκκλησία έπιασε φωτιά και διαλύθηκε σε τέσσερα (4) κομμάτια. Τον πιλότο τον έφαγε μια γουρούνα του Κασά, στο στενό της Ρουμπίνας πίσω από το πατρικό σου σπίτι, του παπούλη σου του Λαγού (Γεράσιμος Αλ. Μαρκάτος). Μαζέψαμε από το αεροπλάνο τα κομμάτια, βρήκαμε τα αλουμίνια και τα πουλάγαμε για παλιοσίδερα και παίρναμε το χαρτζιλίκι μας. Γκρεμίστηκαν πάρα πολλά σπίτια και είχαν σκοτωθεί δύο (2) συγχωριανοί.

Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Μαστρο Γιάννη είμαι πολύ περίεργος να μάθω για τις συνθήκες εδώ στο χωριό… Τί καλλιεργούσατε; Πώς ήταν τα σπίτια; Υπήρχαν δρόμοι, κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Πριν τους σεισμούς είχε γύρω στους 600 κατοίκους. Την εποχή εκείνη είχαμε τεράστια παραγωγή σε σταφίδα. Αυτή η καλλιέργεια γινότανε παντού. Σε όλα τα χωράφια γύρω από το χωριό, στον Σωτήρα και όπου βλέπεις απέναντι όταν πας στις Βόλτες, όλα τα αρμάκια μέχρι κάτω. Και όλα αυτά τα καλλιεργούσαν με τα χέρια τους, αφού το έδαφος ήταν κακοτράχαλο και δεν υπήρχαν σύγχρονα γεωργικά εργαλεία. Το δικό μας το χωριό ήταν ένα από τα καλύτερα χωριά στο εμπόριο! έφερναν ολόκληρα motorship και παίρνανε τα προϊόντα.
Θυμάμαι ότι κεντρικοί δρόμοι δεν υπήρχαν· υπήρχαν στενά δρομάκια, που σε κάποια από αυτά δεν χωρούσε να περάσει ούτε γάιδαρος. Επειδή οι Γερμανοί βομβάρδισαν το χωριό, θεώρησαν σωστό και έφτιαξαν δώδεκα (12) σπίτια εδώ στα Δαυγάτα, τα οποία τα ’χε αναλάβει ένας εργολάβος, ο Παπαγιαννόπουλος. όλο το χωριό ήταν ερειπωμένο… όπως έφτιαξαν σπίτια στη Λακήθρα και στα Βαλσαμάτα οι Εγγλέζοι, έτσι και εδώ τα έφτιαξαν οι Γερμανοί. έφτιαξαν λοιπόν αυτά τα σπίτια, ενώ υπήρχαν και τα λεφτά για τις διανοίξεις των δρόμων, αλλά πιθανολογείται ότι έκανε κακοδιαχείριση ο εργολάβος και άνοιξε μόνο δύο (2) δρόμους κι αυτούς ημιτελείς. Σήμερα είναι πολλά οικόπεδα τα οποία τώρα, επειδή δεν έχουν ανοιχτεί δρόμοι, σε αναγκάζουν, αν θες να κτίσεις, ν’ ανοίξεις ο ίδιος τον δρόμο και να πληρώσεις… Γι’ αυτό, βλέπεις, είναι πολλά παρατημένα και δεν τα φτιάχνουνε.
Στο χωριό δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, ούτε μπορούσαν να έρθουν αφού δεν υπήρχαν δρόμοι. Το πρώτο αυτοκίνητο στο χωριό το είχε ο μπάρμπας (αδελφός της μάνας) του Μουσουλίνη, ο άγγελος Μαρκάτος.
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Ποια μαγαζιά θυμάσαι στα Δαυγάτα και πού βρίσκονταν;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Θα σου πω αμέσως. Το δικό μας το χωριό είχε φούρνο του μπάρμπα μου, του Δημοσθένη του Σιμάτου. Στου Σπύρου του παπά οι Παπαδαίοι, οι μπαρμπάδες μου, είχαν διώροφο. Επίσης είχε ο Μπάμπης Γιαννάτος (του Φουμή), ο Σπύρος Γασπαρινάτος (Σπίγγος), ο Μπαμπακάς, ο Σταύρος Παπαδάτος, ο Γεράσιμος Παπαδάτος και ο Γιάννης Χριστοδουλάτος.
Μετά άνοιξε το πρώτο του μαγαζί, σαν παντοπωλείο, ο παππούλης σου ο Λαγός (Γεράσιμος Αλ. Μαρκάτος) εδώ στο σπίτι σου, που πίνουμε καφέ τώρα και το είχε μαζί με τον μπάρμπα σου τον Τηλέμαχο Σταθάτο και το έλεγαν «7 Φ» κι απ’ έξω έγραφε: «Φάτε Φίλοι». Κατόπιν ο Λαγός το άνοιξε εκεί που είναι η μουριά στην πλατεία του χωριού, όπου είχε και το τηλεφωνείο. Απέναντι ήταν της Μαρίας Βιτσεντζάτου, όπου μαζευόμασταν και οι περισσότεροι χωριανοί, εκεί που μένει τώρα ο Μιχάλης Βιτσεντζάτος. Στην κάτω μεριά της πλατείας είχε ανοίξει ένα μαγαζάκι ο Νικόλας Γασπαρινάτος (του Τακουά), που έψηνε και σουβλάκια, ενώ απέναντί του ήταν του Μαρίνου Σπ. Γασπαρινάτου (του Κατσέλη). Κάποια από αυτά λειτουργούσαν σαν μαγαζιά και σαν ταβέρνες. Αυτά θυμάμαι εγώ για εκείνα τα χρόνια…
Θα σου πω τώρα ένα πράγμα: τότε είχε πολλά κτήματα ο Αη Γιώργης. Μπορούσες να τα καλλιεργήσεις και έδινες ένα μερίδιο στην εκκλησία. Στο κελλί του άη Γιώργη υπήρχαν βαρέλια με κρασί. Τον καιρό εκείνο πίνανε όλοι, αφέντη μου, δεν υπήρχε κάτι άλλο. έπρεπε όμως να περάσουν όλοι από το κελλί της εκ- κλησίας, να πιούνε ένα ποτήρι κρασί, ν’ αφήσουν κάτι… και κατόπιν πήγαιναν σ’ όλα τα άλλα μαγαζιά. Δηλαδή ο πατέρας μου ο συγχωρεμένος με τον Αργύρη Γασπαρινάτο, κάθε βράδυ πίνανε τέσσερα (4) μπουκαλάκια κρασί με κουκιά ξερά… Και μ’ αφήνανε εμένα να τραγουδάω! όταν μεγάλωσα κι εγώ, μα- ζευόμασταν κάθε Σάββατο στο Λιτρουβιό, ο Πλάτωνας (της Μάγγαινας), ο Βαγγέλης (της Κωνσταντίνας), ο Παναγής (του Σπυράκου), ο Σπύρος Λορεντζάτος, ο Αργύρης Γασπαρινάτος… Και άκουγες ένα ωραίο πράγμα!
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Ο Σιδεράς της καρδιάς μας!
Γιάννης Παπαδάτος, «γείτονας» Κουρουκλάτων. Φίλος από τα παλιά του πατέρα μου Παναγή και της μάνας μου Ελπίδας, αλλά και αγαπητός κοντοχωριανός, με ιδιαίτερη αγάπη για τα Χωριά μας Δαυγάτα και Κουρουκλάτα.
Αργότερα φίλος δικός μου, όπως και ο Παύλος, μας συνδέει ακόμα και το γνήσιο μέλι, που πουλάει ο Γιάννης στους τουρίστες, κάτω στο Γιοφύρι του Χωριού μου, που φιγουράρει και το άκρως επιμελημένο, με ελληνική Σημαία, κτήμα του.
Ο Μαστρο-Γιάννης ήταν αυτός που «σιδέρωσε» το πατρικό μας σπίτι στα Κουρουκλάτα, αλλά μια
ευλογία Θεού μας έκανε να τον έχουμε και ψάλτη, όχι μόνο επάνω στο Χωριό, στην Εκκλησία της «Παναγίας της Σμπαρούς», αλλά και κάτω στη θάλασσα του Χωριού, που βρίσκεται το γραφικό Εκκλησάκι του «Αγίου Σπυριδώνου».
Επίσης, ο Γιάννης είναι και fan του «Η» και του αφιέρωσα ένα πρωτοσέλιδο στις 26 Ιουνίου 2023, γιατί, χρόνια ολόκληρα τώρα, διαβάζει πρώτος-πρώτος την εφημερίδα και όταν η εφημερίδα αργεί, μας γεμίζει με τα ωραία του παράπονα!
Όμως, το σημερινό μου σημείωμα έχει να κάμει κυρίως με την συνέντευξη-έκπληξη που πήρε από τον Γιάννη ο εκδότης της εφημερίδας «ΤΑ ΔΑΥΓΑΤΑ» και συγχωριανός του Γιώργος Ν. Γαρμπής, που μου θύμισε δικές μου εκδόσεις, τα «Κουρουκλάτικα Νέα» και «ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ τση Κεφαλονιάς».
Σήμερα ο «Η» αναδημοσιεύει τη συνέντευξη αυτή για δύο λόγους:
1) Είναι καλοφτιαγμένη και φέρει τον πολύ σημαντικό τίτλο «Συνάντηση με την Ιστορία μας», αλλά έχει και πολύ ωραίες εικόνες.
2) Την αναδημοσίευση την αφιερώνουμε στον Γιάννη της καρδιά μας, όχι μόνο επειδή είναι φίλος μας, αλλά και γιατί σήμερα και αύριο εορτάζει η Εκκλησία του, «του Σωτήρος» στα Δαυγάτα, μια γιορτή που άρεσε ιδιαίτερα στη μητέρα μου Ελπίδα.
Γιάννη, Χρόνια Πολλά και Καλά για την Εορτή του Σωτήρος μας, ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Γ.Ν. Γαρμπή, που μου έδωσε το έναυσμα γι’ αυτό το σημείωμα, αλλά και Χρόνια Πολλά και Καλά σε όλους!
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Πώς ήρθε το ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Φως δεν υπήρχε. Eίμασταν με λάμπες πετρελαίου. Το ρεύμα στο χωριό, πρωτοήρθε μέσω δωρεάς της «Δαυγατείου Κεφαλληνιακής Αδελφότητας» Αθηνών-Πειραιώς. Είμασταν από τα πρώτα χωριά στην Κεφαλονιά που έφεραν φως! Στο Λιτρουβιό υπήρχε ένα μεγάλο μοτέρ, τεράστιο, για το οποίο είχε έρθει ένας ηλεκτρολόγος από το Αργοστόλι και το συνέδεσε με σύρματα, ώστε να έχει όλο το χωριό κολώνες που φώτιζαν. Κολώνες υπήρχαν στου άποντα απ’ έξω, στη γωνία της Μαρίας του Ζαμάνη, στου Μαλέχα, στον άμμο, απ’ έξω απ’ του Τσιμπούκη και αλλού. Ρεύμα είχαν μόνο οι εξωτερικές κολώνες φωτισμού και ο άη Γιώργης. Ρεύμα δεν είχαν τα σπίτια. Το κάθε σπίτι του χωριού ηλεκτροδοτήθηκε μέσω της ΔΕΗ το 1967.
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Είχατε ύδρευση στο χωριό;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Δεν είχαμε… όλοι εδώ πέρα, το κάθε σπίτι, είχε από 1-2 δεξαμενές, τις λεγόμενες στέρνες. Αυτό ήταν για πόσιμο νερό, το νερό της βροχής! Υπήρχε παράλληλα και η δεξαμενή του χωριού, κοντά στο σπίτι σου, όπου έχει απομείνει μόνο η τρόμπα της. Αν θυμάμαι καλά, το 1990 ήρθε ο Δήμος, έφτιαξε το δίκτυο ύδρευσης και τις δύο (2) δεξαμενές, πάνω στη Ράχη, οι οποίες γεμίζουν με νερό από γεώτρηση μέχρι και σήμερα.
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Πες μου για τα φημισμένα πετράλωνα των Δαυγάτων και τους μύλους. Τα πρόλαβες να τα χρησιμοποιούν;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Οι παλαιοί άνθρωποι είχανε κάνει τα λεγόμενα αλώνια, τα οποία εδώ στο χωριό πρέπει να ’ναι πάνω από ογδόντα (80). Στη μέση το αλώνι έχει μια τρύπα που πήγαινε ένα (1) ξύλο όρθιο, το λεγόμενο στιχερό, στο οποίο δένανε μ’ ένα σχοινί δύο (2) γαϊδούρια μαζί, τα οποία γυρίζανε μέσα στο αλώνι και τσαλαπατούσαν σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, κουκιά, φασόλια, ρεβίθια, αρακάδες, φακές μέχρι να ανοίξουν όλα τα λουβιά. Κατόπιν χρησιμοποιούσαν τα λεγόμενα δικράνια, για να τ’ ανεμίζουν μεταξύ τους για να πάρουν τον καρπό. Γι’ αυτό και τα περισσότερα αλώνια βρίσκονται προς τη μεριά του Μαΐστρου. Ο καθένας, λοιπόν, στο χωράφι του είχε ένα αλώνι το οποίο μπορούσε να παραχωρήσει προς χρήση σε όποιον συγχωριανό το επιθυμούσε, χωρίς να ζητήσει κάποιο αντίτιμο. Αλλά σ’ αυτόν που είχε τα 2 άλογα ή τα 2 μουλάρια, του πλήρωνες “ξάι”. Σου έλεγε: «Πόσα έκανες; Δέκα (10) τελάρα; Θέλω 1 ή 2%».
Για τους μύλους, αφέντη μου, εγώ δεν τους θυμάμαι καθόλου να λειτουργούν. Μάλλον εγκαταλείφθηκαν πολύ νωρίτερα. ήταν τρεις (3) μύλοι. Ο μύλος του (Ο)Δυσσέα (Γιαννάτου) προς Αστέρα, που είναι και ο πιο καλά διατηρημένος. Ο δεύτερος στο Γέρμα των Φαρσηνών που φαίνεται στην κορυφογραμμή προς Αστέρα, από τον οποίο διακρίνεται ένα κομμάτι του, ακόμα και όταν είσαι στου Χατζή (Τάκη Λουκάτου). Και ο τρίτος, που είναι και μισογκρεμισμένος στα Βουνιά.
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Ελιές μαζεύατε, είχε λιτρουβιό το χωριό;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Οι ελιές, αφέντη μου… Δεν είναι όπως τώρα που είναι εύκολα. ήθελε πολλά χέρια. Τότε υπήρχαν άτομα πολλά, όπως σου είπα και στην αρχή. Η κάθε οικογένεια είχε τουλάχιστον τέσσερα (4) παιδιά, τα οποία βοηθούσαν όλα μαζί στο μάζεμα της ελιάς και τις λιοκομάγανε. Ο άη Γιώργης είχε δικά του δύο λιτρουβιά! ένα δίπλα στον Ξενώνα του Άη Γιώργη και ένα δίπλα στης Μάγγαινας, όπου από εκεί έχουν φέρει το μεγάλο λιθάρι που είναι δίπλα στη Δεξαμενή! Κι εκτός απ’ αυτά είχε και ο Πανταζάκης, ιδιωτικό, εκεί στου Γαλούφου, δίπλα στου Βιτσεντζάτου.
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Γνωρίζω ότι το χωριό μας είχε μελισοκόμους. Κι απ’ ότι ξέρω, είσαι κι εσύ μελισσοκόμος μαστρο Γιάννη;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Θα σου πω αμέσως Γιώργη μου. Μελισσοκόμοι εδώ στο χωριό ήταν ο Αναστάσης Νικολάτος (Τσουλής), ο Τηλέμαχος Σταθάτος (του Νικολή), ο Σπύρος Γασπαρινάτος (Μπάγιος), ο Τάκης Λουκάτος (Χατζής), ο Παναγής Γασπαρινάτος (του Κατσέλη), ο Μάκης Γασπαρινάτος (του Αργύρη), ο Γεράσιμος Μπατιστάτος (Μουσουλίνης) και εγώ ο Γιάννης Παπαδάτος. Αν θυμάμαι καλά ο Χατζής είχε βραβευθεί δύο φορές τη δεκαετία του 1970, ως παραγωγός με το καλύτερο μέλι Πανελληνίως.
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Τώρα στο χωριό μας δεν υπάρχει μόνιμος εφημέριος και μας εξυπηρετεί ιερέας από το γειτονικό μας χωριό, τα Δειλινάτα. Παλιότερα υπήρχαν ιερείς που διακονούσαν στα Δαυγάτα;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: όπως έχω ακούσει, πριν την ηλικία τη δική μου, υπήρχαν δύο (2) παπάδες, οι οποίοι είχαν το επίθετο Παπαδάτος. Δυστυχώς δεν θυμάμαι τα ονόματά τους, αφέντη μου. Μετέπειτα ήταν ο παππούλης μου, ο π. Βαγγέλης Λορεντζάτος, ο πατέρας της μητέρας μου, που ήταν και ο μόνος που ζούσε εδώ στο χωριό. Και είχε κι έναν αδελφό Αρχιμανδρίτη, τον Ιερομόναχο Αρσένιο, ο οποίος έφυγε από ’δω και πέθανε στην Τήνο. Επίσης στο χωριό ήταν εφημέριοι ο π. Κωνσταντίνος (Μπικικής) από τα Δειλινάτα, ο π. Χαράλαμπος Κρεμμύδας από το Κρεμμύδι. Στα πιο πρόσφατα χρόνια ο π. Σωτήριος Αντωνάτος από Δειλινάτα και τώρα ο π. Φώτιος Γαβριελάτος.
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Μαστρο Γιάννη, τώρα θέλω να μου πεις για τον μεγάλο σεισμό του ’53 που έγινε στην Κεφαλλονιά. Θέλω να μου πεις πού βρισκόσουν, εάν ήσουν εδώ στο χωριό και τι προβλήματα είχε το χωριό, αν γκρεμίστηκαν σπίτια, εάν υπήρχαν θύματα. Λίγο, έτσι, μία περιγραφή των δύσκολων εκείνων ημερών.
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Δεν ήταν μόνο ένας σεισμός! Κουνιόμασταν για μέρες… μήνες! Ο πρώτος έγινε στις 9 Αυγούστου 1953. Μετά μας προειδοποίησαν οι αρχές ότι περιμένουν ακόμα μεγαλύτερο. Μαζευόμασταν στην πλατεία ή στο προαύλιο του άη Γιώργη. Στις 12 Αυγούστου, στις 11:30 το πρωί, που έγινε ο μεγάλος σεισμός, είχε μαζευτεί όλο το χωριό μέσα στο προαύλιο της εκκλησίας. Πραγματικά, όπως ήμασταν, ακούσαμε μία βοή από μακριά, από το Ληξούρι, και διαμιάς έπεσε το κα- μπαναριό, σημαίνοντας οι καμπάνες πέφτοντας κάτω. Μία σκόνη κάλυψε τα πάντα! Τα περισσότερα σπίτια έγιναν ερείπια! Οι δρόμοι, τα σοκάκια, έκλεισαν από τις κατολισθήσεις. Αυτό κράτησε, μπορώ να σου πω, πέντε (5) μέρες. έβλεπες τη γη να ανοιγοκλείνει! έλεγες ότι θα μας καταπιεί! Είχαν στείλει κάτι πολεμικά πλοία στο Αργοστόλι, για όποιον ήθελε να φύγει από το νησί. Φορτώσαμε ό,τι μπορούσαμε σε ένα γαϊδαράκο και πήγαμε στο Αργοστόλι για να φύγουμε. Εφ’ όσον έφυγε όλη μου η οικογένεια, εμένα μου είπε ο πατέρας μου να πάω πίσω στο χωριό και να κάτσω με τη νόνα μου, τη Μαρία, να κοιμηθώ. έκατσα, λοιπόν, μια μέρα και την επομένη κατέβηκα στο Αργοστόλι και πήγαμε στην Πάτρα.
Στην Πάτρα που πήγαμε, πραγματικά έκαναν μεγάλη θυσία για να μας βοηθήσουν συγχωριανοί που ζούσαν ήδη στην Πάτρα. Είχαμε πάει σ’ ένα σχολειό στην Αγία Βαρβάρα και έρχονταν και έπαιρναν άλλος δύο (2) παιδιά, άλλος τρία (3), να μας πάνε σπίτια τους να μας δώσουν φαγητό. Είχε βέβαια κι έναν αστυφύλακα, που σημείωνε το όνομά μας για να μας ξαναγυρίσουν πίσω στους δικούς μας.
Οι εκκλησίες στο χωριό είχαν πάθει ζημιές. Στο Σωτήρα έσταζε μέσα όλη η βροχή. Ούτε κεραμίδια υπήρχαν. Ρωγμές παντού… Δεν την γκρέμισαν όμως. έγινε ένας πεδιλοδοκός ολοτρόγυρα, αφαίρεσαν τα παλιά τα πυλάσβεστα και έκαναν μία λιθοδομή ολοτρίγυρα και έριξαν ένα σε ναζί και έβαλαν κεραμίδια. Στον Άη Νικόλα είχαν μείνει μόνο οι τοίχοι!

Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Πες μου τώρα για τη δουλειά σου.
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Στην Πάτρα που ήμουν, δούλευα σε ένα ζαχαροπλαστείο για ένα χρόνο ως αρτοδιανομέας. Μετά ξαναγύρισα εδώ στην Κεφαλονιά και δούλευα σε εμφιαλωτήριο όπου γέμιζα μπουκάλια λεμονάδες. Μετά τον σεισμό, ξεκίνησε η ανοικοδόμηση στο νησί και είχαν ανάγκη από εργατικά χέρια στις οικοδομές. Είχε έρθει το 721 Τάγμα του Μηχανικού και κάνανε μεγάλες δουλειές. Είχαν φτιάξει τη Δημοτική Αγορά, την Επισκοπή, Εκκλησίες κ.ά. Εκείνο τον καιρό υπήρχαν δύο μάστορες σιδεράδες στην Κεφαλονιά. έτσι ξεκίνησα με ένα ψαλίδι να ασχολούμαι κι εγώ με τα σίδερα. όταν έμαθε ένας συγγενής από Διλινάτα ότι ασχολούμαι με τα σίδερα, μου πρότεινε να μπαρκάρω. έκανα το πρώτο μου μπάρκο με το «Μιαούλης» του Νομικού και έκανα μόνο δύο ταξίδια, στο Μπρίντεζι και στα Δωδεκάνησα. όμως με «έπιανε» η θάλασσα και έφυγα. Μου πρότεινε ένας γνωστός που ήταν στον άγιο Κωνσταντίνο, απέναντι από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, να με πάρει μαζί του στα σίδερα. έτσι και έκανα… Τότε τα κάναμε όλα με τα χέρια, δεν υπήρχαν μηχανήματα. ήμουν αδυνατούλης, αλλά είχα πίστη ότι θα τα καταφέρω, μωρέ!
Όταν αρραβωνιάστηκε η αδερφή μου η Δέσποινα, μου είπε ο πατέρας μου: «Έλα Κεφαλονιά». όταν λοιπόν ήρθα, δεν ξαναγύρισα στην Αθήνα και από τις πρώτες δουλειές που έκανα ήταν οι τέσσερις (4) «μπούκες» της Γέφυρας και επτά (7) Εκκλησιές. Η πρώτη μου αγορά ήταν ένα ποδήλατο. Και ερχόμουν τον μισό δρόμο με το ποδήλατο και τον άλλο τον ’φερνα στην πλάτη! ήμουν φτωχό παιδί και δεν την έβλεπα σαν αγγαρεία τη δουλειά! έχω «σιδερώσει» τα περισσότερα σπίτια στην Κεφαλονιά…
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Μαστρο Γιάννη, θέλω τώρα να μου πεις για τους γάμους που γινόντουσαν στο χωριό. Από έρωτα ή προξενιό;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Οι περισσότεροι γάμοι γίνονταν με προξενιό. όταν ερχόταν ο προξενητής και είχες εσύ κάποια κόρη, σου έλεγε: «Είναι ένα πολύ καλό παιδί, θέλεις να δώσουμε την κόρη σου;». Διότι εκείνα τα χρόνια έκαναν κουμάντο οι γονείς, δεν έκανε η κοπέλα. Να το ξέρεις αυτό το πράγμα: Εάν έλεγε ο πατέρας «παρ’ τον» για άντρα σου, τον έπαιρνε! Άλλος είχε κανένα χωράφι και τους έλεγε: «Δίνω εγώ στην κοπέλα μου και το χωράφι για προίκα». έκαναν λοιπόν τη συμφωνία. Η κοπέλα το μόνο που έπαιρνε ήταν τα λιγοστά ρούχα της μέσα σε μια κασέλα. έναν μήνα πριν, έπρεπε να μεταφέρουν τα πράγματα στο σπίτι που θα έμεναν κι έπρεπε να στρώσουν το κρεβάτι. Εκεί, λοιπόν, οι κουμπάροι έπρεπε να συμμετέχουν και να πετάξουν κέρματα πάνω στο κρεβάτι για «ασήμωμα». Και μετά ακολουθούσε το γλέντι! Τα γλέντια γίνονταν εδώ στα μαγαζιά του χωριού. Το χωριό είχε εφτά (7) πλατώματα σαν πλατείες. Θα στα πω όπως τα θυμάμαι: του Μπαλατσή, του Τσιμπούκη, του Αποστολάκη, του Λαγού, του Μπαλίλα, του Νικολή και στα Βαγγελατέικα.
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Να μην ξεχάσουμε να μου πεις και για τα βαπτίσια. Ποιος έδινε το όνομα;
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Θα σου πω για εμένα. Με είχε βαφτίσει η γυναίκα του Ρίκου του Νικολάτου. όταν πήγαμε στην εκκλησία, της είπε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου: «Τον πατέρα μου τον λέγανε Γιάννη. Θα βγάλεις το παιδί Γιάννη». Και του απάντησε: «Κουμπάρε, με συγχωρείς πάρα πολύ, αυτή τη στιγμή βαφτίζω εγώ, δεν βαφτίζεις εσύ». Εγώ κανονικά λέγομαι Βαγγέλης, δεν λέγομαι Γιάννης. Σε όλα τα επίσημα έγγραφα είμαι με το όνομα Βαγγελοϊωάννης! έτσι και τα αδέρφια μου: Παναγής-Ναπολέων και Παύλος-Σωκράτης. Ακόμα και η γυναίκα μου Φωτεινή-Ευτυχία Λουκάτου, η οποία κατάγεται από τα Φαρακλάτα και με την οποία με αξίωσε ο Θεός να έχω δύο παιδιά, την Σπυριδούλα και τον Γουλιέλμο.
Γ. ΓΑΡΜΠΗΣ: Μαστρο Γιάννη, θέλω να σε ευχαριστήσω που δέχθηκες να συζητήσουμε για το χωριό μας, να μοιραστούμε σκέψεις, να θυμηθούμε τα παλιά και να καταγράψουμε τα γεγονότα όπως τα θυμάσαι και τα έζησες! Σε ευχαριστώ και για τη συνέντευξη που μου έδωσες για το ξωκκλήσι του Σωτήρα, για το οποίο, μαζί με τον άη Νικόλα, τον Άη Γιάννη και τους Αγίους Αποστόλους, έχω ξεκινήσει και ετοιμάζω ένα Λεύκωμα. Είσαι ένα ολοζώντανο κομμάτι της ιστορίας των Δαυγάτων!
Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ: Να είσαι καλά ωρέ αφέντη μου! Να σε έχει καλά ο Άη Γιώργης!














